11 Ιανουαρίου 2026

Πώς τo affordability απειλεί τις Δυτικές κυβερνήσεις

Με μια σακούλα γεμάτη ψώνια από το σουπερμάρκετ ο Economist εικονογραφεί το πρώτο τεύχος για το 2026 και προειδοποιεί: Οι ψηφοφόροι είναι οργισμένοι με τις τιμές. Οι πολιτικοί μπορούν να κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Το κόστος ζωής (affordability) είναι πλέον το κλειδί, αλλά μήπως σε κάποιες χώρες η «κρίση» αυτή είναι ανύπαρκτη με βάση τα στοιχεία; 
Από το Protagon.gr:!

Το «affordability», δηλαδή η δυνατότητα των νοικοκυριών να ανταπεξέλθουν στο κόστος των βασικών αγαθών και υπηρεσιών, έχει γίνει η λέξη-κλειδί της πολιτικής αντιπαράθεσης στον Δυτικό κόσμο. Σε ΗΠΑ και Ευρώπη, η ανησυχία των πολιτών για την ακρίβεια, τα ενοίκια και το κόστος των καθημερινών δαπανών διαμορφώνει την πολιτική ατζέντα και τις εκλογικές συμπεριφορές. 

Στις ΗΠΑ, οι συζητήσεις γύρω από την «affordability crisis» (κρίση του κόστους ζωής) κυριαρχούν στην πολιτική ατζέντα και ήδη φθείρουν τον Ντόναλντ Τραμπ. Στις δημοσκοπήσεις μεγάλο μέρος των αμερικανών δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες. Στην Ευρώπη, αν και ο επίσημος πληθωρισμός –ιδίως στη ζώνη του ευρώ– υποχωρεί σταδιακά, τα ενοίκια και τα τρόφιμα έχουν αυξηθεί περισσότερο από τα εισοδήματα. 

Για τις κυβερνήσεις της Δύσης αυτή η κρίση αποτελεί μια μεγάλη δοκιμασία. Και στην Ευρώπη ενισχύει ήδη τις ακροδεξιές, αντισυστημικές δυνάμεις. Οπως επισημαίνει ο Economist, που εικονογραφεί το πρώτο εξώφυλλο του 2026 με μια σακούλα του σουπερμάρκετ, η λέξη «affordability» είναι ήδη φαβορί για να επιλεγεί ως «λέξη της χρονιάς» στο τέλος του 2026. 

Στις ΗΠΑ, εφόσον οι Δημοκρατικοί «βρήκαν επιτέλους ένα σύνθημα που φαίνεται να λειτουργεί ως αντίδοτο στη γοητεία του τραμπισμού, θα μιλούν σχεδόν αποκλειστικά γι’ αυτό μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου» σημειώνει η βρετανική επιθεώρηση. Στην Ευρώπη κυριαρχεί η συζήτηση περί «κρίσης του κόστους ζωής». «Διαμορφώνεται έτσι μια διατλαντική συναίνεση ότι οι τιμές έχουν ξεφύγει από κάθε λογική. Είναι όμως πράγματι έτσι;», διερωτάται ο Economist. 

Το affordability είναι ένας ασαφής όρος που μπορεί να αφορά το υποκειμενικό βίωμα καθενός. Το να λες στους ανθρώπους να σταματήσουν να παραπονιούνται και να είναι ευχαριστημένοι με όσα έχουν –η στρατηγική της Μαρίας Αντουανέτας– δεν αποδίδει, σημειώνει το περιοδικό, σε έναν Λευκό Οίκο με διακόσμηση που θυμίζει όλο και περισσότερο το ανάκτορο των Βερσαλλιών. Βεβαίως, οι ψηφοφόροι θέλουν ταυτόχρονα αντιφατικά πράγματα: χαμηλές τιμές όταν ψωνίζουν, υψηλούς μισθούς για τους ίδιους, λίγους μετανάστες αλλά άφθονο φθηνό εργατικό δυναμικό, αυξανόμενες τιμές κατοικιών όταν είναι ιδιοκτήτες και χαμηλότερες όταν τα παιδιά τους θέλουν να αγοράσουν σπίτι, σχολιάζει το περιοδικό. Και εξηγεί: Οι επιτυχημένες οικονομίες είναι γεμάτες τέτοιες εντάσεις. Οι πολιτικοί, φυσικά, θα λένε ό,τι «πουλάει» καλύτερα στις δημοσκοπήσεις για να κερδίσουν τις εκλογές. 

Αν το μόνο τίμημα της αφήγησης περί affordability ήταν ότι οι ψηφοφόροι τιμωρούν τους εν ενεργεία κυβερνώντες για τις υψηλές τιμές, αυτό ίσως να μην ήταν τόσο κακό. Αν όμως το πρόβλημα διαγνωστεί λανθασμένα, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος: να υιοθετηθούν επιζήμιες πολιτικές για να «θεραπευθεί» κάτι που δεν έχει κατανοηθεί σωστά. Γιατί όμως ελλοχεύει ένας τέτοιος κίνδυνος, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό; Η απάντηση που δίνει είναι ότι η συζήτηση περί κρίσης του κόστους ζωής συγχέει υπαρκτές με ανύπαρκτες ανησυχίες.

Ξεκινώντας από αυτά που ονομάζει «φανταστικά προβλήματα», ο Economist σημειώνει ότι οι πολίτες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις τιμές των αγαθών που αγοράζουν συχνά. Ετσι, όταν αυξάνεται η τιμή στο γάλα, αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό. Ωστόσο στις ΗΠΑ και στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης (η Ελλάδα δεν ανήκει σε αυτές), ναι μεν οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί, όπως και οι τιμές της ενέργειας, ωστόσο οι μισθοί αυξάνονται ταχύτερα. Υπό αυτή την έννοια, εξηγεί η βρετανική επιθεώρηση, δεν υπάρχει κρίση affordability. 

«Εξάλλου κανείς δεν θα έπρεπε πραγματικά να επιθυμεί την επιστροφή των τιμών στα επίπεδα του 2019. Αν αυτός ήταν ο στόχος, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα έπρεπε να μιμηθούν την Ελλάδα μετά την κρίση χρέους, όταν βίωσε ύφεση και αποπληθωρισμό» σχολιάζει ο Economist, αναφέροντας την κρίση στη χώρα μας και την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης την περασμένη δεκαετία ως παράδειγμα προς αποφυγή. 

Η υπόθεση του affordability, όμως, δεν εξαντλείται στην τιμή του γάλακτος ή του ρεύματος, συνεχίζει το βρετανικό περιοδικό. Οσο οι κοινωνίες πλουτίζουν, το ποσοστό των δαπανών για αγαθά μειώνεται και αυξάνεται εκείνο για υπηρεσίες. Οταν γεννήθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ, το 60% της κατανάλωσης των αμερικανικών νοικοκυριών αφορούσε αγαθά. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει πέσει κάτω από το 40%, ενώ οι δαπάνες για υπηρεσίες έχουν αυξηθεί. Πολλοί έχουν ξεχάσει πόσα χρόνια αποταμίευαν κάποτε οι γονείς τους για να αγοράσουν μια τηλεόραση, επομένως δεν εκτιμούν τις παγκοσμιοποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού που έκαναν τα αγαθά πολύ καλύτερα και φθηνότερα. 

Την ίδια στιγμή, σχολιάζει ο Economist, οι καταναλωτές σοκάρονται από το πόσο ακριβό είναι σήμερα ένα απλό κούρεμα – πόσο μάλλον η παιδική φροντίδα. Παρότι τα αγαθά όσο και οι υπηρεσίες περιλαμβάνονται στους δείκτες πληθωρισμού, οι υπηρεσίες δεν καταγράφουν τα τεράστια κέρδη παραγωγικότητας που έχουν σημειωθεί στη μεταποίηση. «Στη ζώνη του ευρώ το αίνιγμα του affordability στις υπηρεσίες εμφανίζεται με διαφορετικό τρόπο. Επειδή οι τιμές υπηρεσιών, όπως η Υγεία και τα ενοίκια, είναι πιο ρυθμισμένες, το πρόβλημα είναι περισσότερο ζήτημα διαθεσιμότητας» σημειώνει το δημοσίευμα. 

Παράλληλα, παρότι οι πραγματικοί μισθοί έχουν αυξηθεί, δεν αυξήθηκαν τόσο γρήγορα όσο οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων. Το βρετανικό περιοδικό σημειώνει πως «πρόκειται, στην ουσία, για προβλήματα ευημερίας και όχι οικονομικής παρακμής. Και γι’ αυτό είναι δύσκολο να αντιμετωπιστούν πολιτικά». Εξηγεί ότι για να μειωθούν οι τιμές της στέγης και της ενέργειας, για παράδειγμα, οι κυβερνήσεις πρέπει να διευκολύνουν την κατασκευή περισσότερων κατοικιών και ανεμογεννητριών. Σχεδόν όλοι συμφωνούν με αυτό – αρκεί να γίνει στην αυλή κάποιου άλλου. 

Ετσι, η εφαρμογή λογικών πολιτικών είναι δύσκολη σε έναν κόσμο που, κατόπιν αμερικανικής παρότρυνσης, έχει στραφεί εναντίον των ελεύθερων αγορών και του διεθνούς εμπορίου. Ετσι, «ο κίνδυνος είναι οι πολιτικοί να καταφύγουν σε ψευδο-λύσεις που επιδεινώνουν το πρόβλημα, όπως οι έλεγχοι τιμών», τονίζεται στο κείμενο. 

Ενώ, όπως είναι γνωστό, όταν ένα αφήγημα για την οικονομία ριζώσει, είναι δύσκολο να ξεριζωθεί. Υπό αυτήν την έννοια, ο Economist εκτιμά ότι «η κρίση του affordability» κινδυνεύει να γίνει μία ακόμη ιστορία που, αν επαναληφθεί αρκετές φορές, θα γίνει αποδεκτή ως «κατά προσέγγιση αληθινή». Ανεξαρτήτως γεγονότων. Και αυτό την καθιστά παγίδα και για τις πολιτικές εξελίξεις. 

Πηγή: Protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου