Πώς τα αγροτικά υπολείμματα επιστρέφουν στη γη
Η κυκλική οικονομία αποκτά ολοένα και πιο κεντρικό ρόλο στη συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας, καθώς συνδέεται άμεσα με τη μείωση της σπατάλης, τη βελτίωση των εδαφών, τη συγκράτηση του κόστους παραγωγής και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων απέναντι στις πιέσεις της κλιματικής κρίσης.
Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πρωτογενής τομέας καλείται να παράγει με μεγαλύτερη αποδοτικότητα, λιγότερες εισροές και καλύτερη προστασία των φυσικών πόρων, η αξιοποίηση των αγροτικών υπολειμμάτων, των κλαδεμάτων, των πράσινων αποβλήτων, των κτηνοτροφικών αποβλήτων και των βιοαποβλήτων αναδεικνύεται σε κρίσιμο πεδίο πολιτικής και πρακτικής εφαρμογής.
«Η σύγχρονη γεωργία δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκομμένα από το έδαφος, το νερό, τη βιοποικιλότητα, το κλίμα και την ποιότητα της τροφής που φτάνει στον καταναλωτή», υπογραμμίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γ.Γ. Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, και προσθέτει πως «η μεγάλη πρόκληση σήμερα δεν είναι μόνο να παράγουμε περισσότερο. Είναι να παράγουμε καλύτερα. Με μικρότερη σπατάλη, με λιγότερες εισροές, με μεγαλύτερη προστασία των φυσικών πόρων και με περισσότερη αξία για τον παραγωγό».
Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται η αλλαγή αντίληψης γύρω από τα υπολείμματα της παραγωγικής διαδικασίας. Υλικά που μέχρι σήμερα συχνά αντιμετωπίζονταν ως βάρος ή κόστος διαχείρισης μπορούν, εφόσον συλλέγονται και επεξεργάζονται σωστά, να επιστρέψουν στη γη ως οργανική ουσία, κομπόστ ή εδαφοβελτιωτικό υλικό.
«Το νόημα της κυκλικής οικονομίας στη γεωργία είναι να περάσουμε από τη λογική του απορρίμματος στη λογική του πόρου. Τα υπολείμματα καλλιεργειών, τα κλαδέματα, τα πράσινα απόβλητα, τα κτηνοτροφικά απόβλητα και τα βιοαπόβλητα μπορούν να επιστρέψουν στη γη ως οργανική ουσία, ως κομπόστ, ως εδαφοβελτιωτικό υλικό», σημειώνει ο κ. Πρωτοψάλτης.
Η χρήση κομπόστ, σύμφωνα με τον ίδιο, έχει άμεση πρακτική σημασία για την παραγωγή. Μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα του εδάφους να συγκρατεί νερό και θρεπτικά στοιχεία, να ενισχύσει τον αερισμό του, να συμβάλει στη σταδιακή απελευθέρωση θρεπτικών στοιχείων και να περιορίσει την ανάγκη για χημικά λιπάσματα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση της κυκλικής οικονομίας με τη βιολογική παραγωγή. Η βιολογική γεωργία προϋποθέτει ζωντανό, υγιές και γόνιμο έδαφος, καθώς και παραγωγικές πρακτικές που μειώνουν την εξάρτηση από χημικές εισροές και στηρίζονται περισσότερο στη φυσική λειτουργία του αγροοικοσυστήματος.
Στην Ελλάδα, η βιολογική παραγωγή έχει γνωρίσει σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια. Οι βιολογικοί παραγωγοί αυξήθηκαν από 34.000 το 2020 σε 119.000 το 2024, ενώ την περίοδο 2017-2024 καταβλήθηκαν 1,265 δισ. ευρώ μέσω δράσεων για την εφαρμογή μεθόδων βιολογικής παραγωγής.
«Η βιολογική παραγωγή δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην αύξηση των παραγωγών ή των εκτάσεων. Πρέπει να στηριχθεί στην αξιοπιστία. Βιολογικό προϊόν χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς πραγματικούς ελέγχους, χωρίς ιχνηλασιμότητα και χωρίς καθαρούς κανόνες, χάνει την αξία του. Και αδικεί πρώτα απ' όλα τους παραγωγούς που δουλεύουν σωστά», αναφέρει χαρακτηριστικά στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. (...)
«Η βιολογική γεωργία και η κυκλική οικονομία δεν είναι δύο παράλληλες πολιτικές. Είναι δύο πλευρές της ίδιας μετάβασης. Μιας μετάβασης σε μια γεωργία που παράγει αξία, σέβεται το περιβάλλον, στηρίζει τον παραγωγό και απαντά στις ανάγκες της εποχής», καταλήγει ο Γενικός Γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ (απόσπασμα δημοσιεύματος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου