4 Οκτωβρίου 2020

Η Ζωοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα

Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων η 4η Οκτωβρίου


Με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα των Ζώων ένα απόσπασμα από δημοσίευμα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ σχετικό με την «Ζωοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα»:

Από καταβολής κόσμου τα ζώα φαίνεται να κατέχουν σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου. Παρέχουν τροφή, πρώτη ύλη για ένδυση, χρησιμεύουν στην εργασία, τις μεταφορές, τη μάχη, είναι φύλακες και σύντροφοι, θυσιάζονται σε θεούς, προσφέρονται ως δώρα... Ωστόσο, σε αντίθεση με τις σύγχρονες κοινωνίες, στην αρχαιότητα η σχέση ανθρώπου και ζώου δεν αντανακλά ανθρωποκεντρική θεώρηση του κόσμου. Εκτός από τον Αριστοτέλη για τον οποίο τα ζώα δημιουργήθηκαν για να υπηρετούν τον άνθρωπο και στον οποίο πιστώνεται η πρώτη συστηματική μελέτη του ζωικού βασιλείου (τα φυσιογνωστικά έργα του υπό τον γενικό τίτλο «Βιολογικά» αποτελούν τις πρώτες ζώσες ακριβείς μαρτυρίες περί τη φύση και τα ζώα. Πρόκειται για περισσότερες από 20 μελέτες στις οποίες ο φυσιοδίφης φιλόσοφος θέτει ως κεντρικό της θέμα την ανατομία ειδών της πανίδας), πραγματείες άλλων φιλοσόφων και ιστορικών αναδεικνύουν τα ζώα σε ισότιμες οντότητες με νοημοσύνη και σοφία.

Πράγματι, τα πατήματα των μακρινών προγόνων που κληροδοτήθηκαν στην ανθρωπότητα (αγγειογραφίες, έργα φιλοσόφων, ανασκαφικά ευρήματα κ.α.) φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση τους με τα ζώα.

Η πρώτη ζώσα μαρτυρία για τον ιδιαίτερο δεσμό ανθρώπου με ζώο δίδεται από τον Όμηρο (12ος αι.-8ος αι. πΧ) στην Οδύσσειά του. Είναι η σχέση του Οδυσσέα με τον σκύλο του, 'Αργο. Κατά τον επικό ποιητή, το αγαπημένο ζώο του ήρωα, περίμενε 20 χρόνια την επιστροφή του κύρη του για να πεθάνει στα χέρια του.

Στα έπη του ο Όμηρος κάνει αναφορά και σε άλλα είδη της τοπικής πανίδας, αλλά ιδιαίτερα στον λέοντα, ζώο που συνδέει με τη δύναμη, την τόλμη, το κύρος, την αίγλη. Μάλιστα, τόσο από τα δικά του έργα και από συνεχείς αναφορές άλλων αρχαίων συγγραφέων (Ηρόδοτος, Ξενοφών, Αριστοτέλης κ.α.), όσο και από μνημεία και γλυπτές αναπαραστάσεις (λέοντες της Δήλου, Πύλη των Λεόντων Μυκήνες, ο λέων της Χαιρώνειας κ.α.), οι επιστήμονες οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο είδος ενδημούσε κάποτε εν αφθονία στην Ελλάδα. Αλλά η αρχετυπική στρεβλή αντίληψη του ανθρώπου να ανταγωνίζεται παν φυσικό δημιούργημα, ωσάν να μη του αρκεί η λογική ως αποκλειστικό προνόμιο, οδήγησε συχνά σε αποψίλωση του ζωικού πλούτου του πλανήτη. Η ανάγκη του να κυνηγά πολλές φορές για... επιβεβαίωση της ισχύος του επί των υπολοίπων εμβίων όντων, οδήγησε προφανώς στην εξαφάνιση και του λέοντα από τον ελληνικό χάρτη. 

Λέοντες της Δήλου

Ως πρώτη εξημέρωση ζώου από τον άνθρωπο καταγράφεται αυτή του κυνός, του σκύλου. Ο μύθος λέει πως τον σκύλο εξημέρωσε ο θεός Απόλλων και τον χάρισε στην αδελφή του, θεά 'Αρτεμη, για να τη συνοδεύει στο κυνήγι. 'Αλλος μύθος αναφέρει ότι ο σκύλος προέκυψε από το Κέρβερο (τον φύλακα του 'Αδη). Σημασία έχει ότι τη συνδρομή του κυνός «επιστράτευσε» ο άνθρωπος για τη συλλογή βρώσιμου υλικού, εξ ου και η ετυμολογία των λέξεων «κυναγός-κυνηγός / κυνήγι» (ο οδηγός του σκύλου / το αποτέλεσμα της συνεργασίας οδηγού και κυνός).

Στην αρχαιότητα, μάλιστα, κατά μία εκδοχή, ο κύων έδωσε το όνομά του σε ένα φιλοσοφικό κίνημα. Οι «κυνικοί» (4ος αι. πΧ), με κυριότερο εκπρόσωπο τον Διογένη τον Λαέρτιο, περιεφέροντο ανυπόδητοι σε δημόσιους χώρους και έτρωγαν έξω σαν κύνες, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο ζωής να εκφράσουν την αντίθεσή τους στην «καλή εικόνα του αρχαίου κόσμου, που υπηρετούσαν με τον στοχασμό και τον "επιτηδευμένο" βίο τους οι μεγάλοι φιλόσοφοι της εποχής». «Ο σκύλος εντοπίζει και δαγκώνει τους εχθρούς, εγώ δαγκώνω τους φίλους. Για να τους συνετίσω» συνήθιζε να λέει ο Διογένης, που κυκλοφορούσε συμβολικά με έναν φανό αναζητώντας τον «ποιοτικό» άνθρωπο, ακολουθείτο από τον αγαπημένο του σκύλο και ζούσε σε ένα πιθάρι.

Ως μέγας ζωόφιλος και παθιασμένος χορτοφάγος παρουσιάζεται ο Πυθαγόρας από τους μαθητές του. «Όλα τα έμψυχα πλάσματα πρέπει να θεωρούνται ομοειδή» συνήθιζε να λέει ο μέγας δάσκαλος και απέτρεπε από την κατανάλωση κρέατος, δηλώνοντας πως «δεν είναι δίκαιο να χρησιμοποιούνται τα ζώα στη διατροφή των ανθρώπων». Του αποδίδεται, δε, η πεποίθηση της μετεμψύχωσης ανθρώπων σε ζώα, καθώς -όπως αναφέρει ο Πορφύριος- κάποτε ο Πυθαγόρας, βλέποντας κάποιον να κακοποιεί έναν σκύλο στον δρόμο, τον πλησίασε και του είπε: «Μη χτυπάς το ζώο. Είναι η ψυχή ενός φίλου μου και τον αναγνώρισα ακούγοντας το κλάμα του»... Μία άλλη μαρτυρία καταγράφει από την πλευρά του ο Πλούταρχος. Αναφέρει πως κάποτε ο Πυθαγόρας αγόρασε όλη την ψαριά ενός ψαρά και την έριξε στη θάλασσα, σαν τα ψάρια να ήταν αιχμάλωτοι δικοί του άνθρωποι και πλήρωσε λύτρα για να τους απελευθερώσει. 


Από την αρχαία ελληνική γραμματεία προκύπτει πως από την εποχή του Ομήρου και προϊόντων των χρόνων ο σκύλος μπήκε βαθιά στη ζωή των μακρινών προγόνων και αποτέλεσε έμπνευση όχι μόνο για την παραγωγή πλήθους διδακτικών μύθων, αλλά και θεατρικών δρώμενων. Δραματικοί και Αριστοφάνης εντάσσουν στις ιστορίες τους σκύλους ή και ανθρώπους μεταμορφωμένους σε σκύλους.

Αλλά και οι αστρολόγοι της αρχαιότητας δεν παρέλειψαν να μνημονεύσουν στον ουρανό το αγαπημένο ζώο συντροφιάς. Ο αστερισμός του Μεγάλου Κυνός (περιλαμβάνει τον Σείριο) είναι ο λαμπρότερος και πλησιέστερος στη Γη. Οι παρατηρητές της αρχαιότητας πρόσεξαν πως αμέσως μετά την ανατολή του λαμπερού αστέρα Σείριου και σε σύνοδο με τον Ήλιο, ξεκινούσε ο καλοκαιρινός καύσωνας. Εκείνες τις καυτές μέρες τις ονόμαζαν κυνικά καύματα, επειδή μόνον οι σκύλοι κυκλοφορούσαν έξω με τέτοια ζέστη. Έτσι ο Σείριος ταυτίστηκε με τους σκύλους (κύνες) και εντάχθηκε στον Αστερισμό του Μεγάλου Κυνός.

Νωρίτερα, σαφείς αναφορές για την ουσιαστική συμβολή των ζώων στην ανθρώπινη δραστηριότητα, γίνονται από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους (6ος αι. - 5ος αι.). Ο Θαλής ο Μιλήσιος μακαρίζει την τύχη του, όπως λέει, για τρία πράγματα: «Πρώτον διότι γεννήθηκα άνθρωπος και όχι ζώο, δεύτερον διότι γεννήθηκα άνδρας και όχι γυναίκα και τρίτον διότι γεννήθηκα Έλληνας και όχι βάρβαρος». Με αυτόν τον τρόπο ασκεί τη σκληρή κριτική του στους ανθρώπους που κακοποιούν τα ζώα, στους άνδρες που δεν τιμούν τις γυναίκες και στους Έλληνες, που δεν σέβονται τους μη Έλληνες...

Πάντως, ο Αριστοτέλης φαίνεται πως κληροδότησε το ενδιαφέρον του για τα ζώα στον μαθητή του, Μεγάλο Αλέξανδρο. Όσο εκείνος ζούσε στην Πέλλα, είχε μια αγαπημένη σκυλίτσα, που τον ακολουθούσε παντού. Αργότερα, στην Περσία, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του κατά του Δαρείου, αντί αδράς αμοιβής απέκτησε έναν αρσενικό σκύλο, τον οποίο βάφτισε Περίτα. Αλλά με τον Μακεδόνα στρατηλάτη συνδυάστηκε κι ένα άλλο ζώο. Ο Βουκεφάλας. Το άλογο που τον συνόδευσε για 20 χρόνια στις εκστρατείες του και που όταν εκείνο πέθανε από φυσικά αίτια, ο αφέντης του το θρήνησε γοερά. Ο Αλέξανδρος τίμησε και τα δύο αυτά αγαπημένα ζώα του, δίνοντας τα ονόματά τους σε αντίστοιχες πόλεις της Ασίας. 

Ο Μέγας Αλέξανδρος με τον Βουκεφάλα στη μάχη της Ισσού

Οι μακρινοί πρόγονοι, πάντως, καλλιέργησαν τόσο πολύ τη σχέση τους με τα ζώα συντροφιάς, κυρίως τους σκύλους, που ενίοτε έπλεαν μαζί στα νερά του Αχέροντα... Οι σοφιστές του 2ου αι. μΧ. Κλαύδιος Αιλιανός στο έργο του «Περί ζώων ιδιότητος» και Ιούλιος Πολυδεύκης στο «Ονομαστικόν» του, αναφέρουν παραδείγματα για ταφές σκύλων ή για σκύλους που ακολούθησαν τα αφεντικά τους στον θάνατο, αρνούμενοι τον αποχωρισμό. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του Εύπολη, ο οποίος -κατά τη μαρτυρία του Αιλιανού- όταν άφησε την τελευταία του πνοή και τάφηκε στην Αίγινα, επάνω στο μνήμα του εξέπνευσε και ο πιστός του σκύλος. Η θέση ονομάστηκε Κυνός Σήμα.

Ένα συγκινητικό εύρημα ήρθε πριν δέκα και πλέον χρόνια, να επικυρώσει την ιδιαίτερη σχέση των αρχαίων προγόνων με τα ζώα. Αποκαλύφθηκε σε ανασκαφή στη νεκρόπολη της Ορθής Πέτρας στην Ελεύθερνα της Κρήτης, από τον καθηγητή Νίκο Σταμπολίδη. Το σημείο «φιλοξενεί» οστά αριστοκρατών πολεμιστών, που χρονολογούνται από το 900 έως το 680 πΧ. Όπως δήλωσε τότε ο επικεφαλής της ανασκαφής, σε αυτό το κομμάτι γης εντοπίσθηκε ένα πιθάρι ανάμεσα σε τεφροδόχους και χάλκινες φιάλες. Το στόμιο του πιθαριού ήταν στραμμένο προς τον βορρά και ακουμπούσε σε μια μεγάλη όρθια πέτρα. Όταν ανοίχτηκε ο πίθος διαπιστώθηκε ότι περιείχε έναν σκελετό σε συνεσταλμένη στάση. Πιθανότατα ανήκε σε 15χρονο αγόρι. Όταν όμως οι αρχαιολόγοι επιχείρησαν να διαμορφώσουν τον περιβάλλοντα χώρο, αφαιρώντας τα χώματα, στο ίδιο βάθος με τον πάτο του πιθαριού βρήκαν ακέραιο σκελετό σκύλου. Ήταν ένας κύων κρητικός ιχνηλάτης και εικάζεται ότι πέθανε από τη λύπη του για τον θάνατο του αγοριού. Μια άλλη ταφή με σκελετούς σκύλων είχε έρθει στο φως πριν χρόνια στο Καβούσι της ανατολικής Κρήτης.

Το άλογο του Μεγαλέξανδρου, πάντως, δεν ήταν το μόνο που έτυχε τιμών. Οι ταφές των αλόγων έπονταν σε συχνότητα εκείνων των σκύλων, αλλά ήταν συνήθεις κυρίως στην Ασία. Οστά ίππων αποκαλύφθηκαν σε αρκετές ανασκαφές βασιλικών τάφων και όχι αδίκως. Οι δεσμοί των γαλαζοαίματων με τα άλογά τους φανέρωναν όχι μόνο δυνατή φιλία, αλλά και ισχύ. Η ταφή των αλόγων φαίνεται πως ήταν οικεία υπόθεση και στην Ελλάδα των μυκηναϊκών χρόνων, με χαρακτηριστικό δείγμα τον θολωτό τάφο στον Αρνό Μαραθώνα, στην είσοδο του οποίου βρέθηκαν θαμμένα αντικριστά δύο άλογα, πιθανότατα του άρματος του εκλιπόντος ηγεμόνα. 


Κύνες, άλογα, αλλά και πίθηκοι και αίγαγροι και κουνέλια και χοίροι (που συνδέονταν με την καλοτυχία - εξ ου και η μορφή του κλασικού κουμπαρά) πουλιά, ήταν για τους αρχαίους Έλληνες οικόσιτα είδη του ζωικού βασιλείου, που αποτυπώνονταν σε τοιχογραφίες, σε αγγεία, σε γλυπτά ολόγλυφα (αγάλματα), ανάγλυφα (σκαλισμένα επάνω σε επιφάνεια), έκτυπα ανάγλυφα (εξέχοντα της επιφάνειας) ή εσώγλυφα (εισχωρούντα της επιφάνειας). Ήταν φίλοι, μέλη των οικογενειών, που τους άξιζε να μνημονεύονται.

Αλλά ήταν και σύμβολα, ειδικά όταν συνόδευαν φιγούρες θεών. Ο Πορφύριος στο έργο του «Περί Αγαλμάτων» περιγράφει και ερμηνεύει την παράσταση ζώων πλάι σε θεούς τόσο της αρχαίας Ελλάδας όσο και της Αιγύπτου. Ως ζώο «πνευματικό που αποβάλλει την ασθένεια του σώματος» παρουσιάζει τον όφι, τον τυλιγμένο στη ράβδο του Ασκληπιού. Κατά το κείμενο του Πορφυρίου, με κέρατα, σύμβολα του ήλιου και της σελήνης αποτύπωσαν οι αρχαίοι Έλληνες τον Πάνα (θεό του παντός) και τη νεβρίδα (νεαρό ελάφι) στα πόδια του να αποδίδει τον αστερόεντα ουρανό ή αλλιώς την ποικιλομορφία του παντός.

Τον Ήλιο απεικονίζουν ενίοτε με άνθρωπο επιβαίνοντα σε πλοίο, τοποθετημένο επάνω στη ράχη κροκόδειλου. Το πλοίο δηλώνει την κίνηση μέσα στο υγρό στοιχείο, το δε ζώο το ποτάμιο νερό μέσα στο οποίο ο ήλιος εκτελεί κίνηση σε αέρα υγρό και γλυκύ. Τον περίφημο 'Απι, μαύρο δυνατό ταύρο, αφιέρωσαν στη Σελήνη οι Αιγύπτιοι, «επειδή φέρει σημεία και της σελήνης αλλά και του ήλιου, αφού και της σελήνης το φως από τον ήλιο προέρχεται. Σύμβολα του ήλιου είναι και το μελανό του σώματος και ο σκαραβαίος που βρίσκεται κάτω από τη γλώσσα του ζώου» γράφει ο Πορφύριος. (...) 

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου