21 Απριλίου 2017

21η Απριλίου 1967. Τι συνέβη την ημέρα του πραξικοπήματος

Πενήντα χρόνια πριν, στις 21 Απριλίου του 1967, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, με τη συμμετοχή του ταξίαρχου τεθωρακισμένων Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου, όπως και άλλων αξιωματικών του στρατού
ξηράς, κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα. Η χώρα βυθίστηκε στο σκοτάδι της δικτατορίας για εφτά ολόκληρα χρόνια.Τι ακριβώς συνέβη τη μέρα εκείνη; Από το πλήθος των σημερινών δημοσιευμάτων, με αφορμή τη μαύρη εκείνη επαίτειο, επιλέγουμε δυο:

21η Απριλίου 1967: 50 χρόνια από την ημέρα που η χώρα βυθίστηκε στο σκοτάδι της δικτατορίας
από Το Βήμα
Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος πραξικοπήματος 

«Λόγω της δημιουργηθείσης εκρύθμου καταστάσεως, από του μεσονυκτίου ο Στρατός ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας. Εντός ολίγου θα μεταδοθεί διάγγελμα του αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων»

Αυτή ήταν η πρώτη πληροφορία που έφτανε στα αυτιά των ακροατών του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) στις 06:30 περίπου το πρωί της Παρασκευής της 21ης Απριλίου 1967, για όσα συνέβαιναν στην πρωτεύουσα αλλά και σε όλη τη χώρα. Οι περισσότεροι είχαν ξυπνήσει λίγες ώρες νωρίτερα από έναν ασυνήθιστο και διαπεραστικό θόρυβο. Ήταν το κροτάλισμα από τις ερπύστριες των αρμάτων μάχης που περνούσαν μπροστά από τα σπίτια τους κατευθυνόμενα προς συγκεκριμένα σημεία της πόλης. Η πρώτη αντίδραση των περισσοτέρων ήταν να ανοίξουν τα ραδιόφωνά τους για να πληροφορηθούν τι είχε συμβεί, μια κίνηση όμως που περισσότερες απορίες δημιούργησε πάρα έλυσε. Καμία είδηση, καμία πληροφορία. Μόνο εθνικά εμβατήρια που διαδέχονταν το ένα το άλλο: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», «Περνάει ο Στρατός» κοκ. Επόμενη αντίδραση, το τηλέφωνο. Ίσως κάποιος συγγενής ή κάποιος φίλος να γνώριζε κάτι παραπάνω. Οι τηλεφωνικές γραμμές όμως είχαν αρχίσει να κόβονται από νωρίς. Κάποια στιγμή λοιπόν γύρω στις 6:30, το πρώτο εκείνο διάγγελμα καθιστούσε σαφές ότι δεν επρόκειτο ούτε για κάποια στρατιωτική άσκηση, ούτε για τίποτα τέτοιο, η πραγματικότητα ήταν ότι η δημοκρατία είχε καταλυθεί και ότι τη διακυβέρνηση της χώρας είχε αναλάβει ο στρατός.

Ένα δεύτερο ραδιοφωνικό διάγγελμα ενημέρωνε τον ελληνικό λαό για την επιβολή γενικής απαγόρευσης της κυκλοφορίας καθώς και για την αναστολή μιας μακράς σειράς άρθρων του Συντάγματος, τα άρθρα 5, 6, 8, 10, 11, 12, 14, 18, 20, 95 και 97 «λόγω της εκδήλου απειλής κατά της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων». Οι κεντρικοί δρόμοι είναι κλειστοί, η Βουλή και άλλα κτίρια υπουργείων και υπηρεσιών είναι περικυκλωμένα από άρματα μάχης.

Λίγο αργότερα μία- μία όλο και περισσότερες λεπτομέρειες θα έβγαιναν στο φως, για τις πρώτες εκείνες ώρες. Υπαίτιοι και επικεφαλής του πραξικοπήματος ήταν τρεις επίορκοι αξιωματικοί του Στρατού: οι Συνταγματάρχες Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος και ο Ταξίαρχος Στυλιανός Παττακός. Αυτοί και οι έμπιστοί τους, έχοντας από καιρό αποκτήσει τον έλεγχο σημαντικών μονάδων της Αττικής κατάφεραν να συλλάβουν μία χώρα κυριολεκτικά κοιμώμενη.


Στυλιανός Παττακός, Γεώργιος Παπαδόπουλος, Νικόλαος Μακαρέζος

Γύρω στις 2 μετά τα μεσάνυχτα της 20ης Απριλίου, το σύνθημα για την έναρξη του πραξικοπήματος έχει δοθεί. Τα άρματα μάχης του Κέντρου Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων, υπό τις οδηγίες του Παττακού βάζουν ταυτόχρονα μπρος τις μηχανές και ξεκινούν. Το Γουδί σείεται από το βουητό. Ταυτόχρονα ο Συνταγματάρχης Ιωάννης Λαδάς αφού επανδρώσει τα αστυνομικά τμήματα με μυημένους άνδρες της ΕΣΑ εισβάλει με επίλεκτες ομάδες στα σπίτια των πολιτικών. Έτσι μέσα σε λίγες ώρες, ένας - ένας όλοι οι πρωταγωνιστές του πολιτικού βίου της χώρας οδηγούνται δια της βίας στο κρατητήριο. Οι περισσότεροι μάλιστα από αυτούς φορώντας τις πιτζάμες τους ή και μόνο τα εσώρουχά τους. Τους είχαν βγάλει κυριολεκτικά από τα κρεβάτια τους. Οι ομάδες του Λαδά συνεχίζουν αστραπιαία με συλλήψεις εκατοντάδων πολιτών.

Έχει πια ξημερώσει και οι επίορκοι αξιωματικοί της χούντας, έχοντας ήδη θέσει την Αθήνα και το πολιτικό σύστημα αυτής υπό τον έλεγχο τους, κινούνται προς τα Ανάκτορα του Τατοΐου. Εκεί ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος ενήμερος για όσα έχουν συμβεί και έχοντας στη διάθεσή του μία μικρή μόνο δύναμη στρατιωτών και σμηνιτών ζητά ενισχύσεις από τον διοικητή Μοίρας Καταδρομών Κωνσταντίνο Κομπόκη. Οι ενισχύσεις όμως αυτές δεν θα φτάσουν ποτέ στο Τατόι. Όπως θα αποδειχθεί λίγο αργότερα, ο Κομπόκης ανήκει στην ομάδα των πραξικοπηματιών. Μάλιστα το όνομα του θα συνδεθεί με την απαρχή της μεγάλης εθνικής μας τραγωδίας, της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, καθώς θα είναι από τους πρωταγωνιστές του πραξικοπήματος κατά του Μακαρίου.

Οι χουντικοί φτάνουν στο Τατόι. Βρίσκονται μέσα στο γραφείο του Βασιλιά κι αυτός είναι ουσιαστικά αιχμάλωτός τους. Του ζητούν να υπογράψει τη συνταγματική κατάργηση, να ορκίσει την κυβέρνηση που επιθυμούν και να προβεί σε διάγγελμα. Αρνείται. Ζητά να δει τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Α/ΓΕΣ) Γρηγόριο Σπαντιδάκη και ως μια τελευταία απόπειρα αντίδρασης μεταβαίνει στο Πεντάγωνο. Η κατάσταση που επικρατεί εκεί όμως επιβεβαιώνει το χειρότερο. Το Πεντάγωνο βρίσκεται υπό τον απόλυτο έλεγχο της χούντας, η οποία φυλακίζει οποιονδήποτε αξιωματικό δηλώνει την αντίθεσή του προς αυτήν. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας υπό τον φόβο ένοπλης επιβολής των επιθυμιών των πραξικοπηματιών, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ορκίζει την κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον ανώτατο δικαστικό Κωνσταντίνο Κόλλια. Η χούντα ήταν πλέον ο απόλυτος κυρίαρχος και έβαζε την «ασθενούσα» Ελλάδα στον «γύψο»...

Πηγή: tovima.gr


«Μονόστηλο ό,τι προφτάσαμε!»
από την Καθημερινή
Πενήντα χρόνια σήμερα από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, η «Κ» αναφέρεται στην ιστορική σύσκεψη στο γραφείο της Ελένης Βλάχου, στις 3 τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας, σύμφωνα με τη μαγνητοφωνημένη καταγραφή. Στη φωτογραφία, απόσπασμα της πρώτης σελίδας της δεύτερης έκδοσης της «Κ» με τα πρώτα στοιχεία για την κίνηση τεθωρακισμένων στο κέντρο των Αθηνών και τις συλλήψεις πολιτικών προσώπων. Ηταν η τελευταία της έκδοση πριν από την επταετή εύγλωττη σιωπή της. 

«Νόμιζα ότι ξυπνούσα σε κακό ελληνικό φιλμ. Εχουν πιάσει την Αθήνα, με τανκς και στρατό», ακούγεται να λέει η Ελένη Βλάχου λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 στο ηχητικό ντοκουμέντο της σύσκεψης της «Καθημερινής» για τη Β΄ έκδοση της εφημερίδας που θα ενέτασσε στο πρωτοσέλιδό της την είδηση του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών. Με το μαγνητόφωνο που κρατούσε πάντα στην αριστερή γωνία του γραφείου της, η Βλάχου ηχογράφησε λεπτό προς λεπτό τα γεγονότα και τις εκτιμήσεις για όσα συνέβαιναν εκείνη τη νύχτα, αλλά και τις συζητήσεις που προέκυπταν ανάμεσα στους συντάκτες που επιχειρούσαν, χωρίς τηλέφωνα ή ραδιόφωνο, να καταγράψουν την αλλαγή της ιστορικής πορείας της Ελλάδος.

Μπορεί μετά την αποστασία του ’65, η αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να συνεννοηθούν να είχε ανοίξει τη συζήτηση για ένα πραξικόπημα, οι πρώτες συνομιλίες όμως εκείνο το ιστορικό βράδυ είναι αποκαλυπτικές σχετικά με την έκπληξη με την οποία αντιμετώπισαν όλοι τα γεγονότα.

«Φτάσαμε εδώ στην “Καθημερινή”, όπου κανείς δεν ξέρει τι γίνεται», ακούγεται να λέει η Βλάχου στο μικρόφωνο. «Βρισκόμαστε σε πλήρη αμηχανία και σε πλήρη έκπληξη, για να το πω αμέσως, μήπως τυχόν αυτό καμία μέρα αποτελέσει μια πραγματική ζωντανή εικόνα ενός δράματος που δεν μπορεί παρά να καταστρέψει την Ελλάδα».

Ανάμεσα στις πιο σημαντικές στιγμές του ιστορικού ντοκουμέντου, μία συζήτηση ανάμεσα στους συντάκτες για το ποιος μπορεί να βρίσκεται πίσω από τα γεγονότα. «Αξιωματικοί δεξιοί είναι κ. Ελένη, κάτι τέτοιοι, όπως αυτός ο Στέλιος Παττακός, ο ταξίαρχος των τεθωρακισμένων», ακούγεται ο Κώστας Ζαφειρόπουλος που παραθέτει ένα εκτενές βιογραφικό, αλλά και μία απολύτως προφητική προσωπική συζήτησή του με τον πρωταγωνιστή της Επταετίας. «Μια μέρα που συζητούσαμε μου λέει, άκουσε να σου πω αυτές οι θεωρίες σας οι δημοκρατικές είναι καλές, αλλά είτε το θέλει είτε δεν το θέλει ο βασιλεύς, αν δούμε κίνδυνο θα κάνουμε δικτατορία».

Και έτσι έγινε. Η ώρα ΗΤΑ, όπως την αποκαλούν οι στρατιωτικοί, έχει φτάσει. Λίγα λεπτά πριν από τις 2 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου ο Παττακός έδωσε το σήμα και το σχέδιο δράσεως μπήκε σε εφαρμογή. 122 άρματα, 50 τεθωρακισμένα οχήματα και 200 αυτοκίνητα πέρασαν τις πύλες του στρατοπέδου και εξόρμησαν προς τους αντικειμενικούς τους στόχους. Αστικές και υπεραστικές επικοινωνίες διεκόπησαν και οι ομάδες «προληπτικής εξουδετερώσεως προσωπικοτήτων» βρίσκονταν ήδη στις κατοικίες των στόχων τους. Ο πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, υπουργοί του και πολιτικοί άνδρες της χώρας ξυπνούν από την «επίσκεψη» αξιωματικών του στρατού οι οποίοι τους συλλαμβάνουν και τους οδηγούν στο Γουδί. 

Φωτογραφία τραβηγμένη από το κτίριο της «Καθημερινής» στην οδό Σωκράτους, το πρωί της 21ης Απριλίου 1967

Λίγο μετά τις 4 τα ξημερώματα, η Βλάχου παίρνει στα χέρια της τη δεύτερη έκδοση της εφημερίδας. «Διαβάζω αυτό που γράφει, γιατί είναι πιθανό να κατασχεθούν όλες. Στην 4η στήλη της πρώτης σελίδας, γράφει την δευτέρα πρωινήν, μονόστηλο ό,τι προφτάσαμε! Εξερράγη στρατιωτικό κίνημα, συνελήφθησαν πολιτικοί άντρες».

Είναι η μόνη εφημερίδα που θα καταφέρει να περάσει την είδηση. Αυτό το ιστορικό πρωτοσέλιδο θα είναι και το τελευταίο μετά τη διακοπή της έκδοσης της εφημερίδας και την επτάχρονη σιωπή της έως το 1974.

Πηγή: kathimerini.gr






yle="text-align: center;">

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου