Εκεί όπου σήμερα ο επισκέπτης βλέπει κατάλευκους κυβόσχημους όγκους οικημάτων, σκούρα μπλε παράθυρα και ασβεστωμένα σοκάκια, παλαιότερα υπήρχαν πέτρινες όψεις, γήινες αποχρώσεις και πολύ μεγαλύτερη χρωματική ποικιλία.
Ποιος έβαψε τελικά λευκές τις Κυκλάδες; Ο Μεταξάς, οι επιδημίες, ο μύθος της χολέρας και τι ισχύει σήμερα
Αν ξύσει κανείς προσεκτικά τον σοβά ενός παλιού κυκλαδίτικου σπιτιού, θα δει να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του μια πολύ διαφορετική εικόνα για τα χρώματα που είχαν κάποτε τα κτίσματα του νησιωτικού αιγαιοπελαγίτικου συμπλέγματος. Κάτω από τα διαδοχικά στρώματα του λευκού που σήμερα μοιάζει να εναρμονίζεται τόσο φυσικά με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, εμφανίζονται η ώχρα, το κόκκινο, το μαύρο και το βαθύ λουλακί. Είναι τα χρώματα ενός Αιγαίου που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη συλλογική μας μνήμη. Εκεί όπου σήμερα ο επισκέπτης βλέπει κατάλευκους κυβόσχημους όγκους οικημάτων, σκούρα μπλε παράθυρα και ασβεστωμένα σοκάκια, παλαιότερα υπήρχαν πέτρινες όψεις, γήινες αποχρώσεις και πολύ μεγαλύτερη χρωματική ποικιλία.
Αυτή η τόσο γνώριμη σημερινή εικόνα των Κυκλάδων είναι, σε σημαντικό βαθμό, αποτέλεσμα μιας μακράς μεταμόρφωσης που ολοκληρώθηκε κατά τον 20ό αιώνα. Η αρχιτέκτων–μηχανικός και διδάκτωρ του ΕΜΠ Μυρτώ Στενού, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Heritage το 2019, υπό τον τίτλο «Live Your Myth in Greece: Towards the Construction of a Heritage Identity», επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι στα κατώτερα στρώματα παλαιών επιχρισμάτων των Κυκλάδων έχουν εντοπιστεί ακριβώς αυτές οι αποχρώσεις, τεκμηριώνοντας μια παλαιότερη πολυχρωμία η οποία απέχει αισθητά από τη σημερινή εικόνα των νησιών.
Αναφορικά με το πώς συντελέστηκε αυτή η μεταστροφή, από την πιο πολύχρωμη και συχνά πέτρινη όψη των κυκλαδίτικων οικισμών στη σημερινή κυριαρχία του λευκού, έχει δημιουργηθεί εδώ και χρόνια μια ευρέως διαδεδομένη αφήγηση. Σύμφωνα με αυτήν, το 1938, όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με πανδημία χολέρας, ο δικτάτορας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς διέταξε να ασβεστωθούν όλα τα σπίτια των Κυκλάδων, επειδή ο ασβέστης λειτουργούσε ως απολυμαντικό. Αργότερα, συνεχίζει η ίδια ιστορία, η βασίλισσα Φρειδερίκη αντιλήφθηκε την τουριστική δύναμη της κατάλευκης εικόνας των σπιτιών και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέβαλε το 1955 με νόμο ή διάταγμα, ανάλογα με την εκδοχή, το άσπρο και το μπλε ως τη χρωματική παλέτα των νησιών του Αιγαίου. (...)
Τι προκύπτει από την έρευνα
Για να καταλάβουμε λοιπόν πώς άσπρισαν οι Κυκλάδες, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι υπήρχε κάποτε μια ενιαία «κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική» με τους ίδιους κανόνες σε όλα τα νησιά. Οι κατοικίες χτίζονταν κατά κύριο λόγο με τα υλικά που υπήρχαν στον κάθε τόπο και προσαρμόζονταν στις ανάγκες της κάθε κοινότητας. Σε πολλές περιπτώσεις οι εξωτερικές λιθοδομές παρέμεναν ανεπίχριστες και τα κτίσματα έπαιρναν το χρώμα του ίδιου του εδάφους.
Ο ασβέστης δεν ήταν μπογιά
Το υλικό που βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας δεν ήταν το λευκό χρώμα με τη σημερινή έννοια. Ηταν ο ασβέστης και ειδικότερα το υδροξείδιο του ασβεστίου, ο γνωστός σβησμένος ασβέστης. Η χρήση του για απολύμανση δεν αποτελεί πάντως λαϊκό μύθο. Η ισχυρή αλκαλικότητά του μπορεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, να αδρανοποιήσει βακτήρια και άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς. Σύγχρονη πειραματική έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2021 στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports επιβεβαιώνει ότι το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως απολυμαντικό και ότι η δράση του σχετίζεται με το υψηλό pH του. Ο ασβέστης ήταν επιπλέον φθηνός, ευρέως διαθέσιμος και μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς πολύπλοκο εξοπλισμό, ιδιότητες ιδιαίτερα σημαντικές σε απομονωμένες κοινότητες με περιορισμένες υγειονομικές υποδομές.
Για τους κατοίκους των νησιών, λοιπόν, το ασβέστωμα μπορούσε να συνδυάζει πολλές λειτουργίες: συντήρηση της επιφάνειας, καθαριότητα, περιορισμό της υπερθέρμανσης και ένα στοιχειώδες μέτρο απολύμανσης. Αυτό εξηγεί και γιατί η πρακτική ενσωματώθηκε τόσο βαθιά στην καθημερινότητα ώστε να συνδεθεί αργότερα με τη «νοικοκυροσύνη» του σπιτιού και να επαναλαμβάνεται πριν από μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Το κρίσιμο ιστορικό ερώτημα δεν είναι επομένως ποιος «ανακάλυψε» το ασβέστωμα. Είναι πότε και με ποιον τρόπο μια ήδη γνωστή πρακτική άρχισε να εφαρμόζεται μαζικά και να μετατρέπει την όψη ολόκληρων οικισμών.
Μια Ελλάδα με τεράστια προβλήματα δημόσιας υγείας
Η απάντηση μας οδηγεί στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, μια χώρα με προβλήματα δημόσιας υγείας που δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί ο σημερινός αναγνώστης. Η εγκατάσταση περίπου 1,3 εκατομμυρίων προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε αυξήσει δραματικά τις ανάγκες για κατοικία, ύδρευση, αποχέτευση και ιατρική περίθαλψη. (...)
Τόσο ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας όσο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφουν επτά πανδημίες χολέρας από το 1817 έως σήμερα. Η έκτη διήρκεσε από το 1899 έως το 1923 και η έβδομη άρχισε το 1961. Συνεπώς, το 1938 δεν βρισκόταν σε εξέλιξη κάποια παγκόσμια πανδημία χολέρας. (...)
Με βάση λοιπόν τα διαθέσιμα στοιχεία, το πιθανότερο είναι ότι το ασβέστωμα στις Κυκλάδες εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πολιτική δημόσιας υγείας και πρόληψης των λοιμωδών νοσημάτων, η οποία δεν περιοριζόταν στα νησιά αλλά αφορούσε συνολικά τη χώρα. (...)
Από την υγιεινή στην καρτ ποστάλ
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η Ελλάδα άρχισε να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως μια από τις βασικές επιλογές για την οικονομική ανάπτυξη και τη διεθνή επανένταξή της. Κατά τη δεκαετία του 1950 η κρατική τουριστική πολιτική οργανώθηκε συστηματικότερα, ενώ δημιουργήθηκαν υποδομές που θα άλλαζαν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα παρουσιαζόταν στους ξένους επισκέπτες. Η Ελλάδα έπρεπε να γίνει αναγνωρίσιμη με μια ματιά. Στην αρχή κυριαρχούσαν οι αρχαιότητες. Σταδιακά, δίπλα στον Παρθενώνα και στους Δελφούς άρχισε να εδραιώνεται ένα δεύτερο, εξίσου ισχυρό οπτικό σύμβολο: το γαλάζιο του Αιγαίου και οι λευκοί νησιώτικοι οικισμοί. Η ιστορική έρευνα για την τουριστική εικόνα της χώρας δείχνει ότι ακριβώς αυτή την περίοδο το «ανέγγιχτο» Αρχιπέλαγος με τα ασβεστωμένα σπίτια μετατρεπόταν σταδιακά σε κεντρικό στοιχείο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Σε αυτή τη διαδικασία είχε ρόλο και η μοναρχία. Από τις 23 Αυγούστου έως τις 3 Σεπτεμβρίου του 1954 ο Παύλος και η Φρειδερίκη διοργάνωσαν την περιβόητη «Κρουαζιέρα των βασιλέων» στο Αιγαίο, με το υπερσύγχρονο για τα μέτρα της εποχής ατμόπλοιο «Αγαμέμνων» και προσκεκλημένους πάνω από 100 γαλαζοαίματους και προσωπικότητες της Ευρώπης. Στόχος ήταν να τους συστήσουν το ελληνικό καλοκαίρι. Το ταξίδι περιλάμβανε στάσεις στην Κέρκυρα, στο Κατάκολο προκειμένου να επισκεφθούν την Ολυμπία, στο Ηράκλειο Κρήτης ώστε να δουν την Κνωσό, στη Ρόδο, στη Σαντορίνη, στη Δήλο και στη Μύκονο. (...)
Εδώ όμως εμφανίζεται ένας δεύτερος επίμονος μύθος. Επαναλαμβάνεται συχνά ότι η βασίλισσα Φρειδερίκη, εντυπωσιασμένη από τη φωτογραφία ενός καλοσυντηρημένου μυκονιάτικου σπιτιού, πρότεινε το 1955 στον Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθιερωθούν το λευκό και το μπλε ως χρωματική ταυτότητα των Κυκλάδων στο πλαίσιο της τουριστικής προβολής και πως ακολούθησε σχετικός νόμος. Η κρουαζιέρα του 1954 είναι απολύτως τεκμηριωμένη, όπως και ο σκοπός της.
Και τότε ποιος καθιέρωσε το άσπρο και το μπλε;
Η κυκλαδίτικη εικόνα που γνωρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε βαθμιαία μέσα από το ασβέστωμα, την αρχιτεκτονική προβολή, τις φωτογραφίες, τις αφίσες, τον κινηματογράφο, την ανοικοδόμηση και τις παρεμβάσεις του κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Σαντορίνη μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1956. Η ανοικοδόμηση που ακολούθησε, ιδίως στην Οία και στα Φηρά, δείχνει ότι ενισχύθηκε η λευκή και γαλάζια εικόνα των κατοικιών και γενικεύθηκαν μορφολογικά στοιχεία που αργότερα άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητα χαρακτηριστικά της «παραδοσιακής» Σαντορίνης.
Την ίδια εποχή οι κινηματογραφικές εικόνες πολλαπλασιάζονταν. Ελληνικές και ξένες παραγωγές των δεκαετιών του 1950 και του 1960 μετέφεραν διεθνώς την εικόνα μιας χώρας γεμάτης ήλιο, θάλασσα, μικρά νησιά και κατάλευκα σπίτια. Η Ελλάδα της αρχαιολογικής περιήγησης μετατρεπόταν σταδιακά και σε Ελλάδα των θερινών διακοπών.
Το λευκό είχε πλέον ξεπεράσει την αρχική πρακτική χρησιμότητά του. Ηταν φωτογενές, δημιουργούσε ισχυρή αντίθεση με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, ταίριαζε στην εικόνα της καθαρότητας και της απλότητας που είχαν ήδη αναγνωρίσει οι μοντερνιστές και μπορούσε να αναπαραχθεί εύκολα σε αφίσες και φωτογραφίες. Το χαρακτηριστικό αιγαιοπελαγίτικο σπίτι μετατρεπόταν σε εικόνα μιας ολόκληρης χώρας.
Ποιος, λοιπόν, έβαψε τις Κυκλάδες;
Δεν υπάρχει ένα πρόσωπο και μία ημερομηνία που να απαντούν στο ερώτημα. Οι Κυκλάδες άσπριζαν σταδιακά επί αιώνες, επειδή ο ασβέστης ήταν φθηνός, πρακτικός και χρήσιμος. Λευκά σπίτια υπήρχαν ήδη τον 19ο αιώνα και ήταν αρκετά χαρακτηριστικά ώστε να γοητεύσουν τους μοντερνιστές το 1933. Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία τοποθετεί στη δικτατορία Μεταξά μια ευρύτερη υγειονομική επιβολή του ασβεστώματος, χωρίς όμως να έχει εντοπιστεί στην παρούσα έρευνα η πρωτογενής διοικητική πράξη που θα επέτρεπε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τη μορφή και την έκτασή της.
Στη συνέχεια το λευκό απέκτησε μια δεύτερη ζωή. Οι αρχιτέκτονες το μετέτρεψαν σε αισθητικό πρότυπο, το μεταπολεμικό κράτος και η μοναρχία πρόβαλαν τα νησιά ως τουριστικό προορισμό, η ανοικοδόμηση και ο κινηματογράφος ενίσχυσαν τη γαλανόλευκη εικόνα και η δικτατορία των συνταγματαρχών απαίτησε πλέον διοικητικά την κυριαρχία του λευκού. Η αρχική πρακτική της καθαριότητας είχε μετατραπεί σε αρχιτεκτονική ταυτότητα και, τελικά, σε διεθνές brand.
Πηγή: kathimerini.gr
Περίληψη (που δημιουργήθηκε με τεχνητή νοημοσύνη) δημοσιεύματος στην Καθημερινή:
- Η αρχιτέκτων Μυρτώ Στενού τεκμηριώνει σε μελέτη του 2019 την ιστορική πολυχρωμία των Κυκλάδων, καθώς κάτω από τον σημερινό λευκό σοβά εντοπίζονται στρώματα από ώχρα και λουλακί που απέχουν από τη σύγχρονη ομοιομορφία.
- Η διαδεδομένη αφήγηση περί επιβολής του ασβέστη από τον Ιωάννη Μεταξά το 1938 λόγω χολέρας στερείται νομοθετικής τεκμηρίωσης, ενώ το διάταγμα του 1955 για τη Μύκονο αφορούσε αποκλειστικά πολεοδομικούς περιορισμούς και όχι χρώματα.
- Η ανάδειξη του λευκού ενισχύθηκε από το συνέδριο CIAM του 1933 και την κρουαζιέρα των βασιλέων το 1954, ενώ η ανοικοδόμηση της Σαντορίνης μετά τον σεισμό του 1956 παγίωσε το γαλανόλευκο πρότυπο ως τουριστικό σύμβολο.
- Η κρατική επιβολή της χρωματικής ομοιομορφίας οριστικοποιήθηκε κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1972, ενώ τα προεδρικά διατάγματα του 1988 και του 2002 θεσμοθέτησαν την αισθητική ταυτότητα που κυριαρχεί σήμερα στο Αρχιπέλαγος.
Αποσπάσματα από δημοσίευμα στην Καθημερινή:
Ποιος έβαψε τελικά λευκές τις Κυκλάδες; Ο Μεταξάς, οι επιδημίες, ο μύθος της χολέρας και τι ισχύει σήμερα
Αν ξύσει κανείς προσεκτικά τον σοβά ενός παλιού κυκλαδίτικου σπιτιού, θα δει να αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια του μια πολύ διαφορετική εικόνα για τα χρώματα που είχαν κάποτε τα κτίσματα του νησιωτικού αιγαιοπελαγίτικου συμπλέγματος. Κάτω από τα διαδοχικά στρώματα του λευκού που σήμερα μοιάζει να εναρμονίζεται τόσο φυσικά με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, εμφανίζονται η ώχρα, το κόκκινο, το μαύρο και το βαθύ λουλακί. Είναι τα χρώματα ενός Αιγαίου που έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τη συλλογική μας μνήμη. Εκεί όπου σήμερα ο επισκέπτης βλέπει κατάλευκους κυβόσχημους όγκους οικημάτων, σκούρα μπλε παράθυρα και ασβεστωμένα σοκάκια, παλαιότερα υπήρχαν πέτρινες όψεις, γήινες αποχρώσεις και πολύ μεγαλύτερη χρωματική ποικιλία.
Αυτή η τόσο γνώριμη σημερινή εικόνα των Κυκλάδων είναι, σε σημαντικό βαθμό, αποτέλεσμα μιας μακράς μεταμόρφωσης που ολοκληρώθηκε κατά τον 20ό αιώνα. Η αρχιτέκτων–μηχανικός και διδάκτωρ του ΕΜΠ Μυρτώ Στενού, σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Heritage το 2019, υπό τον τίτλο «Live Your Myth in Greece: Towards the Construction of a Heritage Identity», επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι στα κατώτερα στρώματα παλαιών επιχρισμάτων των Κυκλάδων έχουν εντοπιστεί ακριβώς αυτές οι αποχρώσεις, τεκμηριώνοντας μια παλαιότερη πολυχρωμία η οποία απέχει αισθητά από τη σημερινή εικόνα των νησιών.
Αναφορικά με το πώς συντελέστηκε αυτή η μεταστροφή, από την πιο πολύχρωμη και συχνά πέτρινη όψη των κυκλαδίτικων οικισμών στη σημερινή κυριαρχία του λευκού, έχει δημιουργηθεί εδώ και χρόνια μια ευρέως διαδεδομένη αφήγηση. Σύμφωνα με αυτήν, το 1938, όταν η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με πανδημία χολέρας, ο δικτάτορας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς διέταξε να ασβεστωθούν όλα τα σπίτια των Κυκλάδων, επειδή ο ασβέστης λειτουργούσε ως απολυμαντικό. Αργότερα, συνεχίζει η ίδια ιστορία, η βασίλισσα Φρειδερίκη αντιλήφθηκε την τουριστική δύναμη της κατάλευκης εικόνας των σπιτιών και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επέβαλε το 1955 με νόμο ή διάταγμα, ανάλογα με την εκδοχή, το άσπρο και το μπλε ως τη χρωματική παλέτα των νησιών του Αιγαίου. (...)
Αφίσα από την επίσημη τουριστική καμπάνια της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού (μετέπειτα ΕΟΤ) το 1949.
(...) Ολα αυτά δεν ανατρέπουν το γεγονός ότι το λευκό σταδιακά επιβλήθηκε και μετατράπηκε σε κυρίαρχο γνώρισμα της κυκλαδίτικης αρχιτεκτονικής. Ανατρέπουν, όμως, την απλή και εξαιρετικά ελκυστική ιστορία σύμφωνα με την οποία ένας δικτάτορας έβαψε τις Κυκλάδες λευκές για να αντιμετωπίσει μια πανδημία και, δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ένας πρωθυπουργός πρόσθεσε με έναν νόμο το μπλε.
Η πραγματική διαδρομή ήταν πολύ μακρύτερη: το ασβέστωμα υπήρχε ήδη, οι υγειονομικές πρακτικές συνέβαλαν στη γενίκευσή του, κρατικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις επηρέασαν αργότερα τη μορφή των οικισμών και, σταδιακά, ο τουρισμός μετέτρεψε αυτή την εικόνα σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της Ελλάδας.
Για να καταλάβουμε λοιπόν πώς άσπρισαν οι Κυκλάδες, πρέπει πρώτα να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι υπήρχε κάποτε μια ενιαία «κυκλαδίτικη αρχιτεκτονική» με τους ίδιους κανόνες σε όλα τα νησιά. Οι κατοικίες χτίζονταν κατά κύριο λόγο με τα υλικά που υπήρχαν στον κάθε τόπο και προσαρμόζονταν στις ανάγκες της κάθε κοινότητας. Σε πολλές περιπτώσεις οι εξωτερικές λιθοδομές παρέμεναν ανεπίχριστες και τα κτίσματα έπαιρναν το χρώμα του ίδιου του εδάφους.
Η αρχιτέκτων–μηχανικός Μυρτώ Στενού, παραπέμποντας στο έργο του αείμνηστου αρχιτέκτονα και ομότιμου καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ Νικολάου Μουτσόπουλου για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, αναφέρει ότι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αυτή η ενσωμάτωση στο φυσικό περιβάλλον εξυπηρετούσε και λόγους προστασίας: οι κάτοικοι προσπαθούσαν να κάνουν τους οικισμούς όσο το δυνατόν λιγότερο ορατούς από τη θάλασσα εξαιτίας του φόβου των πειρατικών επιδρομών. Οι σημερινές κατάλευκες όψεις έχουν σε μεγάλο βαθμό καλύψει εκείνη την παλαιότερη εικόνα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μέχρι κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία τα σπίτια ήταν όλα γκρίζα και ξαφνικά βάφτηκαν λευκά. Ο ασβέστης ήταν ευρέως γνωστό υλικό και χρησιμοποιούνταν πολύ πριν από τον Μεσοπόλεμο. (...)
Υπήρχε και ένας ακόμη απολύτως πρακτικός λόγος για την προτίμηση των λευκών επιφανειών. Η έντονη ηλιοφάνεια του Αιγαίου και οι ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες επηρέασαν επί αιώνες την αρχιτεκτονική των νησιών, με κατασκευές προσαρμοσμένες στο ξηρό και θερμό περιβάλλον. Οι ανοικτόχρωμες επιφάνειες αντανακλούν μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας και περιορίζουν την απορρόφηση θερμότητας από τα κτίσματα, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση χαμηλότερων θερμοκρασιών στο εσωτερικό τους. Το λευκό είχε επομένως και πρακτική, κλιματική λειτουργία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Κυκλάδες είχαν ήδη αποκτήσει την ομοιόμορφη λευκή όψη που γνωρίζουμε σήμερα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μέχρι κάποια συγκεκριμένη ημερομηνία τα σπίτια ήταν όλα γκρίζα και ξαφνικά βάφτηκαν λευκά. Ο ασβέστης ήταν ευρέως γνωστό υλικό και χρησιμοποιούνταν πολύ πριν από τον Μεσοπόλεμο. (...)
Υπήρχε και ένας ακόμη απολύτως πρακτικός λόγος για την προτίμηση των λευκών επιφανειών. Η έντονη ηλιοφάνεια του Αιγαίου και οι ιδιαίτερες κλιματικές συνθήκες επηρέασαν επί αιώνες την αρχιτεκτονική των νησιών, με κατασκευές προσαρμοσμένες στο ξηρό και θερμό περιβάλλον. Οι ανοικτόχρωμες επιφάνειες αντανακλούν μεγαλύτερο μέρος της ηλιακής ακτινοβολίας και περιορίζουν την απορρόφηση θερμότητας από τα κτίσματα, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση χαμηλότερων θερμοκρασιών στο εσωτερικό τους. Το λευκό είχε επομένως και πρακτική, κλιματική λειτουργία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Κυκλάδες είχαν ήδη αποκτήσει την ομοιόμορφη λευκή όψη που γνωρίζουμε σήμερα.
Ο ασβέστης δεν ήταν μπογιά
Το υλικό που βρίσκεται στο κέντρο της ιστορίας δεν ήταν το λευκό χρώμα με τη σημερινή έννοια. Ηταν ο ασβέστης και ειδικότερα το υδροξείδιο του ασβεστίου, ο γνωστός σβησμένος ασβέστης. Η χρήση του για απολύμανση δεν αποτελεί πάντως λαϊκό μύθο. Η ισχυρή αλκαλικότητά του μπορεί, υπό τις κατάλληλες συνθήκες υγρασίας, να αδρανοποιήσει βακτήρια και άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς. Σύγχρονη πειραματική έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2021 στο επιστημονικό περιοδικό Scientific Reports επιβεβαιώνει ότι το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως απολυμαντικό και ότι η δράση του σχετίζεται με το υψηλό pH του. Ο ασβέστης ήταν επιπλέον φθηνός, ευρέως διαθέσιμος και μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς πολύπλοκο εξοπλισμό, ιδιότητες ιδιαίτερα σημαντικές σε απομονωμένες κοινότητες με περιορισμένες υγειονομικές υποδομές.
Για τους κατοίκους των νησιών, λοιπόν, το ασβέστωμα μπορούσε να συνδυάζει πολλές λειτουργίες: συντήρηση της επιφάνειας, καθαριότητα, περιορισμό της υπερθέρμανσης και ένα στοιχειώδες μέτρο απολύμανσης. Αυτό εξηγεί και γιατί η πρακτική ενσωματώθηκε τόσο βαθιά στην καθημερινότητα ώστε να συνδεθεί αργότερα με τη «νοικοκυροσύνη» του σπιτιού και να επαναλαμβάνεται πριν από μεγάλες θρησκευτικές γιορτές. Το κρίσιμο ιστορικό ερώτημα δεν είναι επομένως ποιος «ανακάλυψε» το ασβέστωμα. Είναι πότε και με ποιον τρόπο μια ήδη γνωστή πρακτική άρχισε να εφαρμόζεται μαζικά και να μετατρέπει την όψη ολόκληρων οικισμών.
Αφίσα της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού για το Αιγαίο Πέλαγος το 1948. Καλλιτεχνική σύνθεση, Π. Τέτσης
Μια Ελλάδα με τεράστια προβλήματα δημόσιας υγείας
Η απάντηση μας οδηγεί στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, μια χώρα με προβλήματα δημόσιας υγείας που δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί ο σημερινός αναγνώστης. Η εγκατάσταση περίπου 1,3 εκατομμυρίων προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή είχε αυξήσει δραματικά τις ανάγκες για κατοικία, ύδρευση, αποχέτευση και ιατρική περίθαλψη. (...)
Τόσο ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας όσο και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας καταγράφουν επτά πανδημίες χολέρας από το 1817 έως σήμερα. Η έκτη διήρκεσε από το 1899 έως το 1923 και η έβδομη άρχισε το 1961. Συνεπώς, το 1938 δεν βρισκόταν σε εξέλιξη κάποια παγκόσμια πανδημία χολέρας. (...)
Με βάση λοιπόν τα διαθέσιμα στοιχεία, το πιθανότερο είναι ότι το ασβέστωμα στις Κυκλάδες εντάχθηκε σε μια ευρύτερη πολιτική δημόσιας υγείας και πρόληψης των λοιμωδών νοσημάτων, η οποία δεν περιοριζόταν στα νησιά αλλά αφορούσε συνολικά τη χώρα. (...)
Από την υγιεινή στην καρτ ποστάλ
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο, η Ελλάδα άρχισε να αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως μια από τις βασικές επιλογές για την οικονομική ανάπτυξη και τη διεθνή επανένταξή της. Κατά τη δεκαετία του 1950 η κρατική τουριστική πολιτική οργανώθηκε συστηματικότερα, ενώ δημιουργήθηκαν υποδομές που θα άλλαζαν σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο η χώρα παρουσιαζόταν στους ξένους επισκέπτες. Η Ελλάδα έπρεπε να γίνει αναγνωρίσιμη με μια ματιά. Στην αρχή κυριαρχούσαν οι αρχαιότητες. Σταδιακά, δίπλα στον Παρθενώνα και στους Δελφούς άρχισε να εδραιώνεται ένα δεύτερο, εξίσου ισχυρό οπτικό σύμβολο: το γαλάζιο του Αιγαίου και οι λευκοί νησιώτικοι οικισμοί. Η ιστορική έρευνα για την τουριστική εικόνα της χώρας δείχνει ότι ακριβώς αυτή την περίοδο το «ανέγγιχτο» Αρχιπέλαγος με τα ασβεστωμένα σπίτια μετατρεπόταν σταδιακά σε κεντρικό στοιχείο του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Σε αυτή τη διαδικασία είχε ρόλο και η μοναρχία. Από τις 23 Αυγούστου έως τις 3 Σεπτεμβρίου του 1954 ο Παύλος και η Φρειδερίκη διοργάνωσαν την περιβόητη «Κρουαζιέρα των βασιλέων» στο Αιγαίο, με το υπερσύγχρονο για τα μέτρα της εποχής ατμόπλοιο «Αγαμέμνων» και προσκεκλημένους πάνω από 100 γαλαζοαίματους και προσωπικότητες της Ευρώπης. Στόχος ήταν να τους συστήσουν το ελληνικό καλοκαίρι. Το ταξίδι περιλάμβανε στάσεις στην Κέρκυρα, στο Κατάκολο προκειμένου να επισκεφθούν την Ολυμπία, στο Ηράκλειο Κρήτης ώστε να δουν την Κνωσό, στη Ρόδο, στη Σαντορίνη, στη Δήλο και στη Μύκονο. (...)
Εδώ όμως εμφανίζεται ένας δεύτερος επίμονος μύθος. Επαναλαμβάνεται συχνά ότι η βασίλισσα Φρειδερίκη, εντυπωσιασμένη από τη φωτογραφία ενός καλοσυντηρημένου μυκονιάτικου σπιτιού, πρότεινε το 1955 στον Κωνσταντίνο Καραμανλή να καθιερωθούν το λευκό και το μπλε ως χρωματική ταυτότητα των Κυκλάδων στο πλαίσιο της τουριστικής προβολής και πως ακολούθησε σχετικός νόμος. Η κρουαζιέρα του 1954 είναι απολύτως τεκμηριωμένη, όπως και ο σκοπός της.
Για τον πολυαναπαραγόμενο όμως στα μέσα ενημέρωσης, «νόμο Καραμανλή του 1955», η έρευνά μας στις διαθέσιμες νομοθετικές πηγές δεν εντόπισε διάταξη που να καθιερώνει το λευκό και το μπλε ως υποχρεωτικά χρώματα των Κυκλάδων. Αντιθέτως, το Βασιλικό Διάταγμα του 1955 που εντοπίσαμε για τη Μύκονο, δημοσιευμένο στο ΦΕΚ 208/Α’ της 5ης Αυγούστου, ρυθμίζει το ρυμοτομικό σχέδιο και τους όρους δόμησης, χωρίς όμως αναφορά σε οποιαδήποτε χρωματική παλέτα.
Και τότε ποιος καθιέρωσε το άσπρο και το μπλε;
Η κυκλαδίτικη εικόνα που γνωρίζουμε σήμερα διαμορφώθηκε βαθμιαία μέσα από το ασβέστωμα, την αρχιτεκτονική προβολή, τις φωτογραφίες, τις αφίσες, τον κινηματογράφο, την ανοικοδόμηση και τις παρεμβάσεις του κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Σαντορίνη μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1956. Η ανοικοδόμηση που ακολούθησε, ιδίως στην Οία και στα Φηρά, δείχνει ότι ενισχύθηκε η λευκή και γαλάζια εικόνα των κατοικιών και γενικεύθηκαν μορφολογικά στοιχεία που αργότερα άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως αυτονόητα χαρακτηριστικά της «παραδοσιακής» Σαντορίνης.
Την ίδια εποχή οι κινηματογραφικές εικόνες πολλαπλασιάζονταν. Ελληνικές και ξένες παραγωγές των δεκαετιών του 1950 και του 1960 μετέφεραν διεθνώς την εικόνα μιας χώρας γεμάτης ήλιο, θάλασσα, μικρά νησιά και κατάλευκα σπίτια. Η Ελλάδα της αρχαιολογικής περιήγησης μετατρεπόταν σταδιακά και σε Ελλάδα των θερινών διακοπών.
Το λευκό είχε πλέον ξεπεράσει την αρχική πρακτική χρησιμότητά του. Ηταν φωτογενές, δημιουργούσε ισχυρή αντίθεση με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, ταίριαζε στην εικόνα της καθαρότητας και της απλότητας που είχαν ήδη αναγνωρίσει οι μοντερνιστές και μπορούσε να αναπαραχθεί εύκολα σε αφίσες και φωτογραφίες. Το χαρακτηριστικό αιγαιοπελαγίτικο σπίτι μετατρεπόταν σε εικόνα μιας ολόκληρης χώρας.
Αφίσα του ΕΟΤ που κυκλοφόρησε το 1952 και παρουσιάζει ανεμόμυλο των Κυκλάδων με εμφανείς επιρροές από τη Μύκονο.
Η χούντα απαίτησε το λευκό
Υπάρχει, ωστόσο, μία περίοδος κατά την οποία η κρατική απαίτηση για χρωματική ομοιομορφία τεκμηριώνεται πολύ καθαρότερα. Σύμφωνα με τη μελέτη της Στενού, κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών, από το 1967 έως το 1974, η διοίκηση απαίτησε να παραμένουν λευκές οι κατοικίες των Κυκλάδων και σχετικές οδηγίες της Νομαρχίας Κυκλάδων διαβιβάζονταν σε αστυνομικά τμήματα, δημάρχους και τοπικές αρχές των νησιών. Η αρχιτέκτονας περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως τη στιγμή κατά την οποία το ασβέστωμα των σπιτιών και των δρόμων πέρασε από την παραδοσιακή τελετουργία καθαριότητας στη συστηματική διαμόρφωση μιας τουριστικής εικόνας. (...)
Και εδώ κρύβεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ανατροπή της ιστορίας. Η εικόνα που θεωρούμε σήμερα «παραδοσιακή» είναι σε μεγάλο βαθμό πιο ομοιόμορφη από την πραγματική παράδοση. Η πέτρα, οι γήινες προσόψεις και τα διαφορετικά χρώματα δεν ήταν ξένα σώματα που εμφανίστηκαν αργότερα στις Κυκλάδες. Προϋπήρχαν. Αντίθετα, εκείνο που γενικεύθηκε σχετικά αργά ήταν η απαίτηση να φαίνονται όλα λευκά και, ακόμη αργότερα, η αντίληψη ότι κάθε πόρτα ή παράθυρο όφειλε να είναι μπλε. Το πραγματικό κυκλαδίτικο τοπίο ήταν πάντοτε περισσότερο διαφοροποιημένο από την καρτ ποστάλ.
Υπάρχει, ωστόσο, μία περίοδος κατά την οποία η κρατική απαίτηση για χρωματική ομοιομορφία τεκμηριώνεται πολύ καθαρότερα. Σύμφωνα με τη μελέτη της Στενού, κατά τη δικτατορία των συνταγματαρχών, από το 1967 έως το 1974, η διοίκηση απαίτησε να παραμένουν λευκές οι κατοικίες των Κυκλάδων και σχετικές οδηγίες της Νομαρχίας Κυκλάδων διαβιβάζονταν σε αστυνομικά τμήματα, δημάρχους και τοπικές αρχές των νησιών. Η αρχιτέκτονας περιγράφει αυτή τη μετάβαση ως τη στιγμή κατά την οποία το ασβέστωμα των σπιτιών και των δρόμων πέρασε από την παραδοσιακή τελετουργία καθαριότητας στη συστηματική διαμόρφωση μιας τουριστικής εικόνας. (...)
Και εδώ κρύβεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ανατροπή της ιστορίας. Η εικόνα που θεωρούμε σήμερα «παραδοσιακή» είναι σε μεγάλο βαθμό πιο ομοιόμορφη από την πραγματική παράδοση. Η πέτρα, οι γήινες προσόψεις και τα διαφορετικά χρώματα δεν ήταν ξένα σώματα που εμφανίστηκαν αργότερα στις Κυκλάδες. Προϋπήρχαν. Αντίθετα, εκείνο που γενικεύθηκε σχετικά αργά ήταν η απαίτηση να φαίνονται όλα λευκά και, ακόμη αργότερα, η αντίληψη ότι κάθε πόρτα ή παράθυρο όφειλε να είναι μπλε. Το πραγματικό κυκλαδίτικο τοπίο ήταν πάντοτε περισσότερο διαφοροποιημένο από την καρτ ποστάλ.
Ποιος, λοιπόν, έβαψε τις Κυκλάδες;
Δεν υπάρχει ένα πρόσωπο και μία ημερομηνία που να απαντούν στο ερώτημα. Οι Κυκλάδες άσπριζαν σταδιακά επί αιώνες, επειδή ο ασβέστης ήταν φθηνός, πρακτικός και χρήσιμος. Λευκά σπίτια υπήρχαν ήδη τον 19ο αιώνα και ήταν αρκετά χαρακτηριστικά ώστε να γοητεύσουν τους μοντερνιστές το 1933. Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία τοποθετεί στη δικτατορία Μεταξά μια ευρύτερη υγειονομική επιβολή του ασβεστώματος, χωρίς όμως να έχει εντοπιστεί στην παρούσα έρευνα η πρωτογενής διοικητική πράξη που θα επέτρεπε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα τη μορφή και την έκτασή της.
Στη συνέχεια το λευκό απέκτησε μια δεύτερη ζωή. Οι αρχιτέκτονες το μετέτρεψαν σε αισθητικό πρότυπο, το μεταπολεμικό κράτος και η μοναρχία πρόβαλαν τα νησιά ως τουριστικό προορισμό, η ανοικοδόμηση και ο κινηματογράφος ενίσχυσαν τη γαλανόλευκη εικόνα και η δικτατορία των συνταγματαρχών απαίτησε πλέον διοικητικά την κυριαρχία του λευκού. Η αρχική πρακτική της καθαριότητας είχε μετατραπεί σε αρχιτεκτονική ταυτότητα και, τελικά, σε διεθνές brand.
Πηγή: kathimerini.gr






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου