Μανόλης Κούμας* / Το Βήμα
Στην πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν, η απαρχή του Τρωικού Πολέμου δεν εντοπίζεται (μόνο) στην αρπαγή της ωραίας Ελένης – αυτή λειτουργεί μάλλον ως πρόσχημα –, αλλά στην επιθυμία των Ελλήνων να ελέγξουν την Τροία, με την κρίσιμη στρατηγική και εμπορική θέση της πάνω στη θαλάσσια δίοδο που ενώνει τον Εύξεινο Πόντο με το Αιγαίο και κατ’ επέκταση τη Μεσόγειο. Αν και αυτή η εκδοχή απουσιάζει από το ομηρικό αριστούργημα, παραμένει γεγονός ότι από τα μυκηναϊκά χρόνια, όταν η Ελλάδα ήταν ενταγμένη σε ένα εκτεταμένο δίκτυο εμπορίου και ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, μέχρι σήμερα, η κυριαρχία επί των θαλάσσιων στενών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα οικονομικής ισχύος και στρατηγικής επιρροής.
Τα θαλάσσια στενά αποτελούσαν ανέκαθεν χώρους κατεξοχήν γεωπολιτικής προτεραιότητας. Η ιδιαίτερη γεωγραφική θέση τους τούς προσδίδει στρατηγική αξία δυσανάλογη προς την (κατά κανόνα) μικρή έκτασή τους. Ως φυσικά ή τεχνητά chokepoints, δηλαδή ως περάσματα από τα οποία διέρχονται σημαντικές θαλάσσιες επικοινωνίες, λειτουργούν ως κρίσιμοι κόμβοι μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών, οικονομικών και πολιτικών χώρων και, ως εκ τούτου, συνδέονται άμεσα με τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών και την άσκηση και προβολή της ισχύος. Η δυνατότητα ενός κράτους να ελέγχει, να επιτηρεί ή να εμποδίζει τη διέλευση από ένα στρατηγικό στενό μπορεί να του προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα σε περιόδους εντάσεων και πολέμων. Παράλληλα, η οικονομική σημασία τους απορρέει από το γεγονός ότι συγκεντρώνουν σε στενούς θαλάσσιους διαδρόμους σημαντικό μέρος των διεθνών εμπορικών και ενεργειακών ροών, με αποτέλεσμα ακόμη και η απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας να προκαλεί αύξηση του κόστους μεταφορών, διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και άνοδο των τιμών των εμπορευμάτων. Επομένως, η σημασία τους δεν έγκειται μόνο στη δυνατότητα ελέγχου ενός περιορισμένου θαλάσσιου χώρου, αλλά και στην ικανότητά τους να επηρεάζουν ευρύτερα δίκτυα εμπορίου, ενεργειακής ασφάλειας, στρατιωτικής κινητικότητας και διεθνούς ισχύος.
Με αυτά ως δεδομένα, δεν θα πρέπει να προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι από την αρχαιότητα ο έλεγχος των κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων αποτελούσε μείζονα προτεραιότητα των εκάστοτε ισχυρών ναυτικών δυνάμεων. Τα Στενά των Δαρδανελλίων (απ’ όπου περνούσε η «διαδρομή του σιταριού») βρέθηκαν διαδοχικά υπό την επιρροή ή/και την κατοχή της Περσικής Αυτοκρατορίας, της Αθηναϊκής Συμμαχίας, του κράτους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας∙ εκεί ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Βυζαντινής και κατόπιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τους επόμενους αιώνες, η θαλασσοκράτειρα Βρετανία διασφάλισε τον έλεγχο κρίσιμων ναυτικών περασμάτων με σκοπό την κυριαρχία των θαλασσών και την προστασία της αχανούς αυτοκρατορίας της: το Στενό του Γιβραλτάρ, τη Διώρυγα του Σουέζ, τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, τα Στενά της Μαλάκκα.
Ο έλεγχος επί των θαλάσσιων περασμάτων υπήρξε συχνά η αιτία έντονου ανταγωνισμού και ένοπλων συρράξεων. Το καθεστώς των Στενών των Δαρδανελλίων βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο του ανταγωνισμού Βρετανίας – Ρωσίας κατά τον 19ο αιώνα, αποτελώντας τη θρυαλλίδα αναζωπύρωσης του Ανατολικού Ζητήματος και εκδήλωσης περιφερειακών συγκρούσεων. Η κρίση του Σουέζ το 1956 υπήρξε προπομπός μείζονων αναταράξεων στη Μέση Ανατολή, ενώ ο «πόλεμος των τάνκερ» το 1984-1988, στο πλαίσιο της σύγκρουσης Ιράν – Ιράκ, ανέδειξε τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ ως κρίσιμου θαλάσσιου chokepoint για την ασφαλή διακίνηση πετρελαίου και κατ’ επέκταση για την παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή ασφάλεια. Πιο πρόσφατα, η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα και ο πόλεμος Ιράν – ΗΠΑ ανέδειξαν εκ νέου τη στρατηγική σημασία των θαλάσσιων στενών, καθώς οι απειλές κατά της διεθνούς ναυσιπλοΐας στα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και του Ορμούζ διαταράσσουν τις παγκόσμιες εμπορικές και ενεργειακές ροές, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και ενισχύοντας την οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Από τα Δαρδανέλλια έως το Γιβραλτάρ και από το Σουέζ έως το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, η συνειδητοποίηση του κινδύνου αναφλέξεων έπεισε την παγκόσμια κοινότητα για την ανάγκη συνομολόγησης διακρατικών/διεθνών συνθηκών που να θεσπίζουν ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένα θαλάσσια στενά: η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης για τη Διώρυγα του Σουέζ (1888), η σύμβαση του Μοντρέ για τα Δαρδανέλλια (1936), η συμφωνία Κάρτερ-Τορίχος για τη Διώρυγα του Παναμά (1977), ενώ το 1982 υπογράφτηκε η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία καθορίζει το καθεστώς των Στενών που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και θεσπίζει το δικαίωμα transit passage, της απρόσκοπτης, δηλαδή, διέλευσης πλοίων και αεροσκαφών. Παρά την υιοθέτηση κοινών κανόνων, οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις γύρω από τα θαλάσσια περάσματα δεν έχουν εκλείψει. Ως προς τούτο, χαρακτηριστική είναι η σημερινή κρίση των Στενών του Ορμούζ, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει αναδειχθεί και μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή. Τους προηγούμενους αιώνες, η εκάστοτε ναυτική Μεγάλη Δύναμη διέθετε την υπέρτερη στρατιωτική ισχύ που της επέτρεπε να επιβάλει τη βούλησή της στο παράκτιο κράτος και να αποκτά τον έλεγχο των θαλάσσιων περασμάτων.
Με αυτά ως δεδομένα, δεν θα πρέπει να προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι από την αρχαιότητα ο έλεγχος των κρίσιμων θαλάσσιων περασμάτων αποτελούσε μείζονα προτεραιότητα των εκάστοτε ισχυρών ναυτικών δυνάμεων. Τα Στενά των Δαρδανελλίων (απ’ όπου περνούσε η «διαδρομή του σιταριού») βρέθηκαν διαδοχικά υπό την επιρροή ή/και την κατοχή της Περσικής Αυτοκρατορίας, της Αθηναϊκής Συμμαχίας, του κράτους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας∙ εκεί ιδρύθηκε η Κωνσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Βυζαντινής και κατόπιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τους επόμενους αιώνες, η θαλασσοκράτειρα Βρετανία διασφάλισε τον έλεγχο κρίσιμων ναυτικών περασμάτων με σκοπό την κυριαρχία των θαλασσών και την προστασία της αχανούς αυτοκρατορίας της: το Στενό του Γιβραλτάρ, τη Διώρυγα του Σουέζ, τα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, τα Στενά της Μαλάκκα.
Ο έλεγχος επί των θαλάσσιων περασμάτων υπήρξε συχνά η αιτία έντονου ανταγωνισμού και ένοπλων συρράξεων. Το καθεστώς των Στενών των Δαρδανελλίων βρέθηκε επανειλημμένα στο επίκεντρο του ανταγωνισμού Βρετανίας – Ρωσίας κατά τον 19ο αιώνα, αποτελώντας τη θρυαλλίδα αναζωπύρωσης του Ανατολικού Ζητήματος και εκδήλωσης περιφερειακών συγκρούσεων. Η κρίση του Σουέζ το 1956 υπήρξε προπομπός μείζονων αναταράξεων στη Μέση Ανατολή, ενώ ο «πόλεμος των τάνκερ» το 1984-1988, στο πλαίσιο της σύγκρουσης Ιράν – Ιράκ, ανέδειξε τη στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ ως κρίσιμου θαλάσσιου chokepoint για την ασφαλή διακίνηση πετρελαίου και κατ’ επέκταση για την παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή ασφάλεια. Πιο πρόσφατα, η κρίση στην Ερυθρά Θάλασσα και ο πόλεμος Ιράν – ΗΠΑ ανέδειξαν εκ νέου τη στρατηγική σημασία των θαλάσσιων στενών, καθώς οι απειλές κατά της διεθνούς ναυσιπλοΐας στα Στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και του Ορμούζ διαταράσσουν τις παγκόσμιες εμπορικές και ενεργειακές ροές, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και ενισχύοντας την οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Από τα Δαρδανέλλια έως το Γιβραλτάρ και από το Σουέζ έως το Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, η συνειδητοποίηση του κινδύνου αναφλέξεων έπεισε την παγκόσμια κοινότητα για την ανάγκη συνομολόγησης διακρατικών/διεθνών συνθηκών που να θεσπίζουν ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένα θαλάσσια στενά: η συνθήκη της Κωνσταντινούπολης για τη Διώρυγα του Σουέζ (1888), η σύμβαση του Μοντρέ για τα Δαρδανέλλια (1936), η συμφωνία Κάρτερ-Τορίχος για τη Διώρυγα του Παναμά (1977), ενώ το 1982 υπογράφτηκε η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία καθορίζει το καθεστώς των Στενών που χρησιμοποιούνται για τη διεθνή ναυσιπλοΐα και θεσπίζει το δικαίωμα transit passage, της απρόσκοπτης, δηλαδή, διέλευσης πλοίων και αεροσκαφών. Παρά την υιοθέτηση κοινών κανόνων, οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις γύρω από τα θαλάσσια περάσματα δεν έχουν εκλείψει. Ως προς τούτο, χαρακτηριστική είναι η σημερινή κρίση των Στενών του Ορμούζ, κατά τη διάρκεια της οποίας έχει αναδειχθεί και μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή. Τους προηγούμενους αιώνες, η εκάστοτε ναυτική Μεγάλη Δύναμη διέθετε την υπέρτερη στρατιωτική ισχύ που της επέτρεπε να επιβάλει τη βούλησή της στο παράκτιο κράτος και να αποκτά τον έλεγχο των θαλάσσιων περασμάτων.
Σήμερα, ωστόσο, τα δεδομένα μοιάζουν διαφορετικά. Η σύγχρονη και σχετικά φθηνή τεχνολογία, όπως τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), μπορεί να επιτρέψει σε παράκτια κράτη με σαφώς μικρότερη οικονομική και στρατιωτική ισχύ να αμφισβητήσουν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και να περιορίσουν την πρόσβαση μιας κατά πολύ ισχυρότερης δύναμης σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα. Η αντιπαράθεση Ουάσιγκτον – Τεχεράνης γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής, αφού η τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν αρκεί από μόνη της για να εξουδετερώσει τη δυνατότητα του Ιράν να επηρεάζει τη διεθνή ναυσιπλοΐα σε έναν θαλάσσιο χώρο που βρίσκεται δίπλα στις ακτές του.
*Μανόλης Κούμας, Αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 27 Σεπτεμβρίου 2026.
Πηγή: tovima.gr
*Μανόλης Κούμας, Αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών
Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο ένθετο Πανεπιστήμιο Αθηνών του ΕΚΠΑ που κυκλοφόρησε με «Το Βήμα της Κυριακής» στις 27 Σεπτεμβρίου 2026.
Πηγή: tovima.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου