Το ψηλό κορίτσι με τα υπέροχα μεγάλα και εκφραστικά μάτια, που ήρθε τη δεκαετία του ‘50 για να φρεσκάρει τον χώρο του θεάματος στην Ελλάδα και να γίνει μία από τις πλέον αγαπητές ηθοποιούς για το κοινό. Η Μάρω Κοντού, που για πάνω από μισό αιώνα, διέπρεψε στις ελληνικές σκηνές, στα κινηματογραφικά και τηλεοπτικά στούντιο, θα παίξει σε 90 θεατρικά έργα, θα γυρίσει πάνω από 60 ταινίες και αρκετές τηλεοπτικές σειρές.
Πολύπλευρο ταλέντο και με μεγάλη ερμηνευτική γκάμα, η Μάρω Κοντού θα παίξει με άνεση από κωμωδίες, κομεντί και φάρσες, μέχρι δράματα και περιπέτειες, δίπλα σε όλους τους σημαντικότερους ζεν πρεμιέ του ελληνικού σινεμά, αλλά και πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες, συνεργάστηκε με πολλούς σκηνοθέτες, ενώ αυτός που της έδωσε τη μεγαλύτερη ώθηση στη μακρά καριέρα της, ήταν ο Γιώργος Τζαβέλλας, δίνοντάς της τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην υπέροχη κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον 'Ανδρα», δίπλα στον Γιώργο Κωνσταντίνου.
Η Κοντού θα μπει στο εμπορικό θέατρο και αμέσως θα κάνει το ντεμπούτο της στο σινεμά αρχικά με κάποιους μικρούς ρόλους.
Η Κοντού θα μπει στο εμπορικό θέατρο και αμέσως θα κάνει το ντεμπούτο της στο σινεμά αρχικά με κάποιους μικρούς ρόλους.
Στο θεατρικό σανίδι την έβγαλε ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Το 1959 περιόδευσε με τον θίασό του σε Ελλάδα και Κύπρο με τα έργα «Φωνάζει ο κλέφτης» του Ψαθά και «Η κυρία του κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη. Σε μια από αυτές τις παραστάσεις την είδε ο Αλκης Στέας και τη σύστησε στον Δημήτρη Χορν, που της προσέφερε τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, στο θέατρο Κεντρικόν.
Το 1960 θα έρθουν δυο μεγάλες επιτυχίες, η ευχάριστη κομεντί «Τρεις Κούκλες κι Εγώ» με πρωταγωνιστή τον Ντίνο Ηλιόπουλο, αλλά και τα κλασικά πλέον «Κίτρινα Γάντια» του Αλέκου Σακελλάριου υποδυόμενη την ταλαίπωρη σύζυγο από την αρρωστημένη ζήλια του Νίκου Σταυρίδη.
Το 1961 θα ερμηνεύσει τον ερωτικό πόθο του ήδη καταξιωμένου και μέντορά της όπως έλεγε η ίδια χρόνια μετά, Δημήτρη Χορν, στο φιλμ του Σακελλάριου «Αλίμονο στους Νέους», ενώ τον επόμενο χρόνο θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην συμπαθέστατη φάρσα «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».
Το 1961 θα ερμηνεύσει τον ερωτικό πόθο του ήδη καταξιωμένου και μέντορά της όπως έλεγε η ίδια χρόνια μετά, Δημήτρη Χορν, στο φιλμ του Σακελλάριου «Αλίμονο στους Νέους», ενώ τον επόμενο χρόνο θα βρεθεί και πάλι στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου στην συμπαθέστατη φάρσα «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης».
Για να έρθει το 1965 και η περίφημη κομεντί «Η Δε Γυνή να Φοβήται τον 'Ανδρα», όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου υποδύθηκαν το ζεύγος Κοκοβίκου, ένα από τα πλέον αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία συνεργασία της με τη Φίνος Φιλμ ήταν στην αξέχαστη κωμωδία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» δίπλα στον Αλέκο Αλεξανδράκη.
Ο Λάμπρος Κωνσταντάρας: «Ηταν ταλαντούχος, αλλά πανδύσκολος άνθρωπος ο Λάμπρος και καθόλου του τύπου μου». Αλλά και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. «Ηταν απίστευτα ειλικρινής. Δυστυχώς, έχει εκλείψει πια από τους πολιτικούς η ειλικρίνεια. Ομως ευθυνόμαστε και εμείς για αυτό. Είμαστε ευκολόπιστοι οι Ελληνες. Θέλουμε αυτός που θα επιδιώξει να μας κυβερνήσει να μας παραμυθιάσει. Μας αρέσουν τα μεγάλα, τα κούφια λόγια, το τάξιμο, λατρεύουμε το “θα”».
Θα εκλεγεί βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία το 1999 και ως πρώτη επιλαχούσα το 2007, όταν παραιτήθηκε ο Νικήτας Κακλαμάνης για να είναι υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων.
«Ηταν μέγα λάθος», είχε εκμυστηρευτεί στην «Κ». «Οι ηθοποιοί και οι πολιτικοί μιλάμε διαφορετική γλώσσα. Εμείς παίζουμε καλό θέατρο, αυτοί κακό. Μικρές εξαιρέσεις ίσως να υπάρχουν. Αλλά συνήθως τούς αναγκάζουν οι άλλοι να μένουν στη γωνία – και μέσα στα κόμματα, και μέσα στη Βουλή».
Επίσης, ήταν δημοτικός σύμβουλος στο Δήμο Αθηναίων την περίοδο 1994-2002 επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, αναλαμβάνοντας για επτά χρόνια την προεδρία του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9.84.
Η Μαριάνθη Κοντού γεννήθηκε στο Κουκάκι στις 21 Ιουνίου του 1934, ενώ είχε καταγωγή από τα Ψαρά.
Ο θάνατος του πατέρα της, από φυματίωση, όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών, της άνοιξε μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Μόνο από φωτογραφίες τον γνώρισε· επί δεκαετίες τις έβλεπε και τον περιεργαζόταν, αφού αναμνήσεις δεν είχε από εκείνον.
Η έλλειψή του επηρέασε τον τρόπο που η Μάρω Κοντού έβλεπε τις σχέσεις της με τους άνδρες. «Ο πατέρας μου ζωγράφιζε καταπληκτικά, έγραφε στίχους, είχε πάθος για τη μόδα· μπορούσε να μεταμορφώσει το ντύσιμο του ίδιου ή της μητέρας μου με ελάχιστες κινήσεις. Αλλά αναγκάστηκε να ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου, για να κρατήσει την επιτυχημένη οικογενειακή επιχείρηση. Ετσι έχει καταγραφεί στο μυαλό μου, ως ρομαντικός, ευαίσθητος, ευρηματικός, δημιουργικός, με μια λέξη: καλλιτέχνης. Ισως γι’ αυτό πάντα είχα αδυναμία στους μεγαλύτερους άνδρες με προσωπικότητα· αποζητούσα την πατρική αγάπη που είχα στερηθεί. Βέβαια, δεν ήμουν ιδιαίτερα τυχερή. Αλλοι έφευγαν, άλλους τους έδιωχνα. Δεν έχει σημασία, δεν αναλύω πια τα πράγματα. Πέρασα πολύ όμορφα. Και αγάπησα, και αγαπήθηκα. Αυτό έχει σημασία. Να μην περάσεις από αυτή τη ζωή χωρίς να το νιώσεις».
Η Μάρω Κοντού ήταν μία γυναίκα γεμάτη ζωή μέχρι τέλους, ποτέ δεν το έβαλε κάτω και εντυπωσίαζε με κάθε εμφάνισή της όπως στη συμμετοχή της στο επιτυχημένο σίριαλ «Η Γη της Ελιάς». Ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική, πραγματοποιώντας με επιτυχία και μία έκθεση στην γκαλερί Αντήνωρ το 1993, ενώ πίνακάς της εκτίθεται και Μουσείο Βορρέ.
Πηγές: Στοιχεία από ΑΠΕ-ΜΠΕ, kathimerini.gr, el.wikipedia.org




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου