13 Αυγούστου 2017

Φωτιά στο κονάκι! Από το "Ζητιάνος" του Καρκαβίτσα

Ένα απόσπασμα, από την περίφημη νουβέλα του Ανδρέα Καρκαβίτσα "Ο Ζητιάνος", στο οποίο περιγράφεται ο εμπρησμός του χωριού από τους ίδιους τους κατοίκους του, με την καθοδήγηση του Ζητιάνου για λόγους εκδίκησης του τελευταίου. Μια τρομερή περιγραφή με αφορμή το μπαράζ των πυρκαγιών
που εκδηλώνονται τις τελευταίες ημέρες και το «σχέδιο εμπρησμών σε όλη την χώρα» που βλέπουν παράγοντες του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη.

"Ο Ζητιάνος", η νουβέλα του Ανδρέα Καρκαβίτσα που γράφτηκε το1896, εκτυλίσσεται σένα χωριό της Θεσσαλίας, το Νυχτερέμι. Αδιάφορος και ασυγκίνητος για τη μοίρα των χωρικών, ο ζητιάνος (ο Tζιριτόκωστας), θα καθοδηγήσει επιδέξια όλο το χωριό, άντρες και γυναίκες, για να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του, να εκδικηθεί δηλαδή το ξύλο που έφαγε από τον τελωνοφύλακα, παίζοντας με την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία των κατοίκων, καθοδηγώντας τους να βάλουν φωτιά στο σπίτι που μένει για να τον κάψουν ζωντανό. Όμως θα βάλουν φωτιά και στο μεγάλο σπίτι του Μπέη, στο κονάκι. Οπότε καταφτάνουν οι ελληνικές Αρχές και οι Τούρκοι αφέντες της περιοχής και οδηγούν όλους τους άντρες του χωριού στη φυλακή της Λάρισας, βυθίζοντας το χωριό στον αφανισμό, ενώ ο ζητιάνος κατορθώνει να ξεφύγει.

Το σχετικό με τον εμπρησμό απόσπασμα από το "Ζητιάνος" του Καρκαβίτσα:

Ανδρέας Καρκαβίτσας
O Tζιριτόκωστας ενόησε τώρα την απελπισία τους. Όλους τους είχε στην εξουσία του. Kαι στη φωτιά αν τους έλεγε να πηδήσουν, θα επηδούσαν χωρίς δισταγµό. Tώρα να µάθη ο τελωνοφύλακας ποιον εποδοκύλισεν άσπλαχνα προχθές! 

– Bρε παιδιά, είπε σοβαρά· κι εγώ το θέλω να σας σώσω. Bλέπετε πόσα κάνω για σας! Mα έχει δύναµη πολλή ο αναθεµατισµένος. Λίγο ακόµη και θα µας πάρη τη σκεπή να φύγη!

– Nα φύγη... εψιθύρισεν ανατριχιάζοντας ολόκορµος ο Παπαρρίζος. Kαι το ιερό βιβλίο εκυλίσθηκεν από τα χέρια του στη σκόνη του δρόµου, σαν όπλο φοβερό, που µένει άνεργο στα χέρια δειλού πολεµιστή.

– Nαι· απάντησεν ο ζητιάνος· και τότε αλλοίµονο στο χωριό!

– Πωπωπώ! ωλόλυξαν οι γυναίκες τραβώντας τα µάγουλά τους.

– Tι να κάµουµε; εψιθύρισαν οι άντρες κοιτάζοντας µε αγωνία τον ζητιάνο.

– Nα τον κάψουµε. Mαζώξτε ξύλα, κούτσουρα, ανάφτε φωτιές να τον κάψουµε.

– Nαι, είπε πρόθυµος ο Παπαρρίζος, κι εγώ το ξέρω. Έτσι και στη Pαψάνη έκαψαν το βρυκόλακα·έχυσαν ασβέστη και τον έκαψαν µέσα στον τάφο του.

– Aλήθεια, είπεν ο Tζιριτόκωστας· µε ασβέστη τούς καίνε. Eτούτος όµως δεν είνε στον τάφο και θέλει φωτιά.

– Nαι, φωτιά!... φωτιά!... αγριοφώναξαν οι χωριάτες πρόθυµοι.

Kαι όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν στα σπίτια, εσύναξαν παλιόξυλα και καλαµιές και σβουνιές βωδίσες και τις εσώριασαν ολόγυρα στο σπίτι του Bαλαχά.

O ζητιάνος εµούτζωσε τους σωρούς τρεις φορές, εψιθύρισε το κατάλληλο ξόρκι, εβροντοχτύπησε τα πόδια του στη γη, λες κι εδιάταζε να προβάλλη από τα σκοτεινά έγκατά της στον υγρόν αέρα πνεύµα υπόγειο. Kαι αληθινά το παντοδύναµο πνεύµα επρόβαλε στη στιγµή. ∆ίχως προσάναµµα, δίχως σπίρτο, καπνός εγλίστρησε ράθυµος µέσ’ από τα ξύλα, τριγµοί ακούσθηκαν κι έξαφνα γλώσσες πύρινες ετινάχθηκαν µεσούρανα κι εσκέπασαν το σπίτι αόρατο κι έχυσαν περίγυρα άγριο και µεγαλοπρεπές το φεγγοβόληµά τους.

– Mέσα, βρυκόλακα!... στάχτη-µπούλµπερη θα γένης, τρισκατάρατε!... ούρλιαζαν οι χωριάτες συφάµελοι.

– Φοβήθητι, φύγε, δραπέτευσον, αναχώρησον, δαιµόνιον ακάθαρτο κι εναγές!... αγριοφώναξε και ο Παπαρρίζος, συνεχίζοντας τους εξορκισµούς του Aγιασµαταρίου.

– Eλέφ, ζουχάµ, ρεείλ, χασαµεήλ!... εφώναξε και ο Tζιριτόκωστας αρχίζοντας τα µαγικά του.

Tα χτήνη του χωριού στις κακοτράχαλες εκείνες φωνές, που δεν είχαν τίποτε ανθρώπινο µέσα τους, και στης φωτιάς το σύφλογο γρήγορα άρχισαν να προσθέτουν τη δύσκολη αρµονία τους. Kουφοί χτύποι, άγριου και απελπισµένου παλεµάτου µηνύµατα έβγαιναν από κάθε σπίτι. T’ άλογα, δεµένα στα παχνιά τους, άρχισαν να κλωτσούν ανυπόµονα και να χτυπιούνται στους τοίχους και τις κάσες της φάκνας των, να σηκώνουν τη σκεπή µε τα κεφάλια και να χλιµιντρίζουν βραχνά και φοβισµένα. Tα βώδια και τα βουβάλια έβγαζαν µελαγχολικό το βαρύ τους µούγκρισµα. Tα γαϊδούρια εγκάριζαν· εβέλαζαν τα πρόβατα µέσα στα µαντριά και τα σκυλιά µε την ουρά χωµένη στα σκέλια, το τοµάρι αναµαλλιασµένο, εκλωθογύριζαν ανάµεσα στα πόδια των χωριάτων δειλοπερπάτητα κι έγρουζαν αδιάκοπα, ρίχνοντας απ’ ώρα σ’ ώρα κι εν’ αλύχτηµα σαν ξαφνιασµένα. Aλλά και τ’ άφωνα χτίρια, τα χαµόσπιτα και τα κιουτσέκια και το κονάκι µε τα σκοτεινά και ορθάνοιχα σαν άσαρκες σαγόνες χάσµατα των αστρεχών, τις σχισµάδες των και τα λακκώµατα και τις καµπουριασµένες σκεπές των· καθώς έπεφτεν η λάβρα επάνω τους κυµατιστή και πότε τα αιµατόβαφε, πότε τ’ άφινε πάλι στον ίσκιο µαυρειδερά, άφωνα, εφαίνονταν λουφασµένα και κατάφοβα από τον άφευκτο κίνδυνο, που απειλούσετο χωριό.

O Bαλαχάς µέσα στην αποπνιχτικήν ατµοσφαίρα, που έβραζε περίγυρά του, αναγκάσθηκε ν’ αφήση την αδιαφορία. Eπήδησεν αµέσως από το κρεβάτι κι έτρεξε στο παραθύρι. Aπό τα χάσµατα του παραθυριού είδεν έξω τις άγριες φωτιές, ψηλές και κυµατιστές να τινάζωνται µε κατακόκκινη χήτη επάνω του· άκουσε στο ανεµιστό τριζοβόληµά τους την απειλή κι αισθάνθηκε κατά πρόσωπο καυστικό το χνώτο τους. Aπελπισία τον έπιασε τότε και όλα του τα µέλη ελύθηκαν. Στην αρχή όλα τα επήρεν ο Bαλαχάς πως ήρθαν από κάποια παρεξήγηση κι εύκολα επίστεψε πως θα εδιορθώνονταν. Όταν όµως είδε τις φωτιές και ακόµη περισσότερο όταν είδε τον ζητιάνο αρχηγόν όλης της φοβερής προσβολής, εµάντεψε τα πάντα. Eθυµήθηκεν αµέσως το κλωτσοπάτηµα, που του έδωκε προχθές, όταν τον έπιασαν τα νεύρα του. Tώρα βέβαια ήθελε να τα πάρη πίσω τα δανεικά του. Συµπάθειες στο χωριό δεν είχεν αυτός. Άλλως τε ούτε και τις εζήτησε ποτέ. Tώρα όµως εκαταλάβαινε πως αυτό και µόνον έφθανε να του στοιχίση τη ζωή. O ζητιάνος ηύρε το µίσος λαθροκρυµµένο εναντίον του και τώρα το εσυνταύλιζεν επιτήδεια για να κατορθώση την εκδίκησή του.

– Kαλά µου την έφερε! εσκέφθηκε στενοχωρεµένος.

Aλλ’ έξαφνα το αίµα ανέβηκε στο κεφάλι του. Tο πείσµα συντροφευµένο µε υπερβολικό φόβο τον κατάντησαν έξω φρενών. Aστεία δεν ήταν πλέον τα καµώµατα των χωριάτων! Aποφάσισαν αληθινά ζωντανό να τον κάψουν· αλλ’ αυτός δεν έπρεπε να καή µε σταυρωµένα χέρια. Έτρεξεν αµέσως στη γωνιά να πάρη το ντουφέκι του και να παλέψη γερά. Θα ξαπλώση τουλάχιστον δυο-τρεις νεκρούς, θ’ αδειάση όλα του τα φυσέκια κι έπειτα ό,τι µέλλει να γένη, ας γένη. Aλλά φυσέκια δεν είχε. Tις παλάσκες τις άφησε µαζί µε τα σπαθόλουρά του πίσω στη βουρλιά, όταν τον έπιασεν η ασφυξία. Στη σαστιµάρα του δεν εσυλλογίσθηκε καθόλου να τα ζωσθή, όταν έφυγεν. Eπήρε µαζί του µόνον το ντουφέκι. Aλλά τι να το κάµη χωρίς φυσέκια το ντουφέκι; Έξαφνα φωτεινή ιδέα επέρασε στον νου του. ∆εν ηµπορούσε τάχα να τροµάξη τους Kαραγκούνηδες µόνον µε το όπλο του. Έτρεξεν αµέσως, άνοιξε µε πάταγο το παραθυρόφυλλο.

– Πίσω και σας έφαγα! έκραξε µε βροντερή φωνή.

Στην εξαγριωµένη παρουσία του τελωνοφύλακα, στον πάταγο των παραθυρόφυλλων και στην όψη του όπλου, που το έκαναν ακόµη αγριώτερο οι λάµψες της φωτιάς, οι Kαραγκούνηδες εσκόρπισαν να κρυβούν µε φωνές και αλαλητό υπεράνθρωπο. O Παπαρρίζος, µε τους εξορκισµούς τρεµόσβυστους ακόµη στα χείλη, εχώθηκε κάτω από ένα κιουτσέκι. O πάρεδρος, ο Tζουµάς, ο Kράπας, ο Mαγουλάς εστριµώχθηκαν πίσω από τη µάντρα του κονακιού.

Kαι αυτός ο Tζιριτόκωστας έχασεν όλη την αταραξία του κι έτρεξε να κρυφθή στο αγκωνάρι του πρώτου σπιτιού. Aλλά δεν ήταν από τους ανθρώπους, που παραλεί τόσον εύκολα ο κίνδυνος. Περισσότερον αγρίεψε τώρα στην αντίδραση και το µίσος του εφλόγωσε δυνατώτερο µέσα του. Έκραξεν ένα µε τον άλλον τους χωριάτες κοντά του και άρχισε να τους συµβουλεύη και να τους ενθαρρύνη σαν στρατηγός επιτήδειος τους στρατιώτες του στην ώρα απελπιστικής εφόδου. Tι φοβούνται τ’ αέρινα όπλα; τους έλεγε. O βρυκόλακας δεν ηµπορεί ποτέ να έχη αληθινά όπλα µαζί του! Έτσι τα φτιάνει, ψεύτικα στη φαντασία των ανθρώπων, για να τους τροµάζη και να µένη ελεύθερος. Aλλ’ αν µείνη ελεύθερος, αλλοίµονο σ’ εκείνους και τις οικογένειες και τα χτήνη τους! Ίσα-ίσα τώρα που εφρένιασεν ο βρυκόλακας, τώρα έπρεπε να τον περιορίσουν ακόµη περισσότερο.

– Φωτιά, παιδιά, γιατί θα φύγη! εφώναξε µε χασκογέλασµ’ απαίσιον ο ζητιάνος. Kαι, φοβερός, έτρεξε πρώτος στον σωρό, άρπαξε δαυλί αναµµένο και το ετίναξεν επάνω από τη σκεπή του σπιτιού.

– Φωτιά, παιδιά!... εφώναξαν αµέσως και οι χωριάτες αγριεµένοι από τον ενθουσιασµό και τον τρόµο τους.

Kαι τ’ αναµµένα δαυλόξυλα, κατακόκκινα, σπιθοβόλα, διέγραφαν από παντού φωτεινά µισότοξα κι εσταυρώνονταν γοργά πυροτεχνήµατα επάνω από τη σκεπή του Bαλαχά. Στην άγρια εκείνη επίθεση επάγωσεν όλος. ∆εν του ήρθε πλέον στον νου ούτε να φωνάξη, ούτε να µιλήση, ούτε ν’ αντισταθή. Tο αίµα του έβραζε· τα µηνίγγια του εχτυπούσαν σφυριά. Σχεδόν αισθανόταν γύρω του την ασφυχτική λάβρα της φωτιάς· άκουε, λες, το φριχτό τσιτσίρισµα της σάρκας του· ενοούσε το ψυχοµάχηµά του που ανέβαινε να σβύση µε τόσον άδικο και πονετικό θάνατο!

– Nα µπορούσα νάφευγα! εψιθύρισεν έξαφνα δειλά, σαν την ελπίδα που εσύλλαβε και σιγαλά, σαν να εφοβόταν µήπως ακουσθή και από αυτήν την ελπίδα του. Eσυλλογίσθηκε πως το διπλανό δωµάτιο είχεν ένα παραθύρι και κάτω από το παραθύρι ήταν ο αχυρώνας. Aν κατόρθωνε να πηδήση στον αχυρώνα και απ’ εκεί να πάρη το βουνό χωρίς να τον ιδούν οι χωριάτες, εσωνόταν. Eυθύς µε τη σκέψη επήρε το κερί κι ετράβηξεν ίσα στο δωµάτιο. Aλλά µόλις επλησίασε στην πόρτα, έρριξε τρανή και άγρια φωνή· τα µάτια του µεγάλα, κάτασπρα, εστυλώθηκαν κατά γης· τα µαλλιά του εσηκώθηκαν άγρια σαν αγκάθια, έπεσε το κερί από τα χέρια του και µ’ ένα στριφογύρισµα εβρόντηξεν αναίσθητος επάνω στο κρυοπαγωµένο πτώµα του Mουτζούρη.

– Φωτιά, παιδιά, γιατί θα µας φύγη! εφώναζε πάντοτε χασκογελώντας ο Tζιριτόκωστας.

– Φωτιά, παιδιά! ούρλιαζαν και οι χωριάτες αγριεµένοι από τον ενθουσιαµό και τον τρόµο τους.

Όπου αν τυγχάνης ή απέρχη ή αυτός ή ο Bεελζεβούλ ή κατασείων ή δρακοντοειδής ή θηριοπρόσωπος ή ως ατµίς και ως καπνός φαινόµενος!... εξώρκιζεν ο Παπαρρίζος µε όλη την απελπισία και τη φρίκη του.

Aλλ’ έξαφνα πίσω από το σπίτι του Bαλαχά και πίσω από τη µεγάλη πύλη του κονακιού πυκνός καπνός και λαµπάδες πύρινες ετινάχθηκαν στον αιθέρα. Oι χωριάτες έµειναν για µία στιγµή κατάπληχτοι εµπρός στο θέαµα. Kι έπειτα, µε τη συνείδηση µεγάλης ευθύνης, εσκόρπισαν εδώ κι εκεί κατάτροµοι, σαν αµαρτωλοί εµπρός στην όψη του ∆ικαιοκρίτη.

– Tο κονάκι έπιασε!... Φωτιά στο κονάκι!... 


Έξω το κονάκι ακόµα βρέµει και καίγεται σαν γιγάντιο πυροτέχνηµα. Oι χωριάτες δεν ετόλµησαν πλέον να φανούν εκεί. Kαι οι φλόγες ελεύθερες, µε τη βοήθεια του αυγινού ανέµου, που χύνεται πολυδύναµος από τον Όλυµπο, ηύραν τροφή τις παλιές και σάπιες ξυλοδεσιές, τον τοίχον τον κατάξερο και όρµησαν επάνω µε όλη τη φρίκη και τη λύσσα πεινασµένου θερίου.

O πλατύχωρος εξώστης, µε τους χοντροπελεκηµένους στύλους και τα κέδρινα κεφαλοκόλωνα και το ψιλοσκαλισµένο περίφραγµα, εκατάντησεν αµέσως πύρινο καταπέτασα µ’ εξαίσιους κυµατισµούς, µε φωτοσκιάσεις µεγαλοπρεπείς, απ’ όπου εξεχώριζαν εδώ κι εκεί, σαν ναυάγια πλεούµενου σε φριχτή θαλασσοταραχή, στρεβλοί και κατακοµµατιασµένοι σκελετοί από σταχτοκόκκινα ξυλοκάρβουνα.

Aλλ’ οι φλόγες, πολύγλωσσες, µε χήτη ανεµοτάραχτη και φιδοπλόκαµα κεφάλια, µε στήθη που ανάβραζαν τον όλεθρο και στόµατα που εσύριζαν τη φοβέρα, εσκάλωσαν νυχοπόδαρες στον τοίχο, έγλειψαν καταστρεφτικά τα κουφώµατα, έχαψαν τα παραθυρόφυλλα, εγλίστρησαν στο πάτωµα, ετρύπησαν πέρα-πέρα σαν σουβλερά σπαθιά τις σανίδες, εχύθηκαν στο κατώγι, όπου ηύραν τους σωρούς του αραποσιτιού άσωστους και άρχισαν εκεί το παµφάγον έργον τους.

Σύνωρα όµως άλλες φλόγες, πλέον ανήσυχες και πλέον ανεµοτάραχτες, ώρµησαν έξω στους γωνιακούς πύργους τους γυάλινους και τις κεντητές πόρτες, στις αστράχες ψηλά και την ψαλιδωτή σκεπή, κι έζωσαν απ’ ολούθε το αρχοντικό χτίριο, το καµωµένο µε τον ιδρώτα γενεών ανθρώπων, µε σύγνεφα καπνού και λάµψη θεόρατη.

Aνυπεράσπιστα τα ξύλα µέσα στο επίβουλο σφιχταγκάλιασµα, έτριζαν κι εσπιθοβολούσαν κι εγρύλλιζαν, άχολα περιστέρια παραδοµένα στα σπαθωτά νύχια του αετού. Tα παραθυρόφυλλα καταφλογισµένα, παραλυµέν’ από τα δεσίµατά τους,εκουρδουκεφάλιαζαν κατά γης µε πάταγον κι εσκόρπιζαν κοµµάτια πύρινα από σπίθες και θράκα. Οι πόρτες βαριές, µονοκόµµατες, αφηµένες από τις σιδερένιες κλάπες τους, έγερναν ανασκελωµένες, είτ’ εκρεµνίζονταν πλατύτατες κατά γης µε στεναγµό και ροίζο χιλιόχρονης βελανιδιάς.

Oι πύργοι µε τα κυµατιστά αετώµατα, τους θριαµβευτικούς θριγκούς και τα τοξωτά γείσα, σαν αρχαίοι πολεµισταί ντυµένοι στους λαµπρούς θώρακές τους, ετίναζαν πύρινα βέλη και θρυµµατισµένα γυαλιά, ως που µ’ ένα µακρινό τριζοβόληµα, φριχτοί εβροντούσαν κάτω, να καταπλακώσουν και να κατατρίψουν µε τον όγκο τους άφαντους εχθρούς.

Kαι τα δέντρινα ξύλα της οροφής, τα πατερά και ο γίγαντας καβαλλάρης και τα ψαλίδια, αδύνατα να κρατήσουν το βάρος της σκεπής, εκοµµατιάζονταν έξαφνα στη µέση κι έπαιρναν µε στεναγµόν και πάταγο κάτω τους την τορνευτή οροφή και τα βάναυσα ξυλοκεράµιδα, τις φωλιές των χελιδονιών και τις κατοικίες των πελαργών, σαν βράχος που έγλειψε το κύµα επίβουλο τη βάση του και κρεµνίζονται συνεπαίρνοντας στην εκδικητική καταστροφή του σπίτια και χωράφια και γιδοπρόβατα φτωχών ανθρώπων, που τόσο εµπιστεύθηκαν στη δύναµη και το µεγαλείον του.

Kαι τότε πασίχαρες οι φλόγες, ελεύθερες από κάθε δεσµό, ετινάχθηκαν στα ύψη κι επυρπόλησαν τον αιθέρα µέχρις ουρανού· εθάµπωσαν ωχρά τ’ άστρα κι έβαψαν περίγυρα την έκταση έως τον ποταµό κάτω και τη θάλασσα πέρα και τις σκοτεινές πλαγιές των βουνών αντίκρυ µ’ αιµατένιαν αναλµπή και φριχτή πύρη.

Tα πουλιά, που ήσαν κουρνιασµένα, πρώτα αισθάνθηκαν τον κίνδυνο και ηθέλησαν να σωθούν. Γοργόφτερα επετάχθηκαν τα χελιδόνια, οι κουκουβάγιες, οι πελαργοί κι έφυγαν µακράν µε θρηνητικό τσιτσίρισµα. Έξαφνα όµως, σαν κάτι να ξέχασαν, εγύρισαν πίσω και άρχισαν να πετούν εµπρός στις φωλιές τους, να φωνάζουν απελπιστικά και να φτεροδέρνονται µε συγχισµένο σάλαγον.

Aπό τις χελιδονοφωλιές επρόβαλαν, σαν ακροδάχτυλα λεπρά, τα κεφάλια τους τ’ αµάλλιαγα πουλιά κι εζητούσαν µε φωνή αδύνατη βοήθεια. Kαι οι γονείς απ’ έξω, µύρια εµηχανεύονταν να φθάσουν έως εκεί, να τα συλλάβουν στα νύχια τους, να τα φέρουν µακράν, να τα σώσουν από τον σκληρό θάνατο. Aλλά η λάβρα εσυνέµπαινεν εκεί ανήλεη, έπνιγεν ασφυχτικά εκείνα, ετσουρούφλιζε τα φτερά ετούτων και τ’ ανάγκαζε να φεύγουν µακράν µε θρήνους και τ’ άρπαξε κάποτε ζαλισµένα µέσα στα φλογερά σωθικά της.

Oι κουκουβάγιες, δειλές, µε τη φυσική αντιπάθεια και φρίκη τους στο φως, γρήγορα παραιτούσαν τον άνισον αγώνα κι έφευγαν να κρυφθούν στις σκοτεινές σπηλιές και τα ερµόσπιτα κι εκεί να κλάψουν απαρηγόρητες την άκαρπη κλήρα τους.

Kαι οι πελαργοί, φρενιασµένοι από το πείσµα και την απελπισία, εκλάγγαζαν τα µεγάλα φτερά τους κι έδερναν τα ξυλώδη ράµφη τους και ανέβαιναν υπερύψηλα, επάνω από τις κορφές των δέντρων και τις λάβρες των φλογών, µέσα στον σκοτεινόν αιθέρα και ισοζυγιάζονταν στις φωλιές των κι εχύνονταν µε ακράτητη ορµή κάτω ν’ αρπάξουν κάποιο από τ’ αστάλωτα πουλιά, να σώσουν µια τους κλήρα και παρηγοριά. Aλλ’ ως που να φθάσουν εκείνοι, οι φλόγες ζηλότυπες επρόφταιναν κι επυρπολούσαν τα ξερόξυλα της φωλιάς κι έκλειναν σε πύρινο θόλο τους νεοσσούς και άφιναν έξω να σκούζουν γοερά και να φτεροδέρνωναι άπονα οι δύστυχοι γονείς....

Πηγή: Το απόσπασμα του "Ζητιάνος" το βρήκαμε στο
esperos-library.ucoz.com_pdf

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου