Η συζήτηση κυριαρχείται από επιδόματα, δημοσκοπήσεις, επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις και καθημερινές συγκρούσεις. Ολα αυτά έχουν σημασία, αλλά κανένα δεν απαντά στο ερώτημα πού θέλουμε να βρίσκεται η χώρα το 2040 ή το 2050. Μια κοινωνία χωρίς μακροπρόθεσμο στόχο καταλήγει να αναλώνεται στην τακτική της επόμενης μέρας.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε ολόκληρη τη Δύση αυξάνεται η δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς. Οι πολίτες δεν απορρίπτουν κατ’ ανάγκην τη δημοκρατία. Αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά της. Οταν οι κυβερνήσεις φαίνονται ανίκανες να ελέγξουν το κόστος ζωής, να προστατεύσουν την εργασία, να διαχειριστούν τις μεταναστευτικές πιέσεις ή να εξασφαλίσουν ίσες ευκαιρίες για τις νέες γενιές, τότε ενισχύεται η πεποίθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού – στις αγορές, στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, στους διεθνείς οργανισμούς, στις γεωπολιτικές ισορροπίες – ή υπαγορεύονται από συμφέροντα.
Αυτή η εξέλιξη είναι ίσως πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε οικονομική ύφεση. Οι οικονομικές κρίσεις αντιμετωπίζονται. Η απώλεια εμπιστοσύνης στους δημοκρατικούς θεσμούς απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο για να αποκατασταθεί.
Οταν οι κοινωνίες παύουν να πιστεύουν πως η πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή τους, τότε αναζητούν εύκολες απαντήσεις, χαρισματικούς σωτήρες ή ακραίες λύσεις. Η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται μόνο από τους εχθρούς της. Αποδυναμώνεται και όταν παύει να παράγει αποτελέσματα.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Θα ήταν λάθος να επαναλάβει το ίδιο σφάλμα σε μια εποχή όπου η τεχνολογία μεταβάλλει την οικονομία ταχύτερα από κάθε άλλη περίοδο μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η πρόκληση δεν είναι απλώς να αυξηθεί το ΑΕΠ ή να βελτιωθούν οι δείκτες. Είναι να δημιουργηθεί μια χώρα που να παράγει γνώση, να προσελκύει ταλαντούχους ανθρώπους, να αξιοποιεί το επιστημονικό της δυναμικό και να αποκτήσει θεσμούς που λειτουργούν με ταχύτητα, διαφάνεια και συνέχεια.
Η μεγάλη πολιτική σύγκρουση των επόμενων ετών δεν θα είναι ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά με την παραδοσιακή έννοια. Θα είναι ανάμεσα σε δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη διακυβέρνηση.
Από τη μία πλευρά θα βρίσκονται όσοι θεωρούν ότι αρκεί η αποτελεσματική διαχείριση της καθημερινότητας. Από την άλλη, όσοι πιστεύουν ότι χωρίς ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο για την παραγωγή, την τεχνολογία, την εκπαίδευση και τους θεσμούς καμία διαχείριση δεν θα είναι αρκετή.
Η εποχή κατά την οποία οι κυβερνήσεις κρίνονταν αποκλειστικά από την ικανότητά τους να επιλύουν τα προβλήματα του παρόντος τελειώνει. Στη νέα πραγματικότητα θα κρίνονται κυρίως από την ικανότητά τους να προετοιμάζουν το μέλλον. Και αυτή είναι μια πολύ πιο απαιτητική δοκιμασία. Γιατί η Ιστορία σπάνια επιβραβεύει εκείνους που διαχειρίζονται σωστά την παρακμή. Επιβραβεύει όσους έχουν το θάρρος να αλλάξουν εγκαίρως την πορεία της.
*Ο Μιχάλης Σάλλας είναι πρόεδρος του Lyktos Group, επίτιμος πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, πρώην καθηγητής Πανεπιστημίου.
Πηγή : tovima.gr
Ολόκληρο το άρθρο στο: Η δημοκρατία της διαχείρισης τελειώνει - ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου