12 Απριλίου 2026

Πώς ο Τραμπ έσυρε τις ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν

Μπορεί να επιτεύχθηκε τελικά η συμφωνία της «11η ώρας», αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός πως ο Ντόναλντ Τραμπ στην πραγματικότητα παρασύρθηκε σε έναν πόλεμο και μαζί του παρέσυρε και τις ΗΠΑ. Το πώς, το παρουσιάζουν σε ένα μακροσκελές όσο και αποκαλυπτικό ρεπορτάζ οι New York Times. 
Ενα μεγάλο μέρος από το σχετικό δημοσίευμα στο Protagon.gr:

Η άφιξη του Νετανιάχου και το σχέδιο της Μοσάντ 

Το μαύρο SUV που μετέφερε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου έφτασε στον Λευκό Οίκο λίγο πριν τις 11 το πρωί της 11ης Φεβρουαρίου, περιγράφουν οι ΝΥΤ . Ο ισραηλινός πρωθυπουργός, ο οποίος πίεζε επί μήνες τις Ηνωμένες Πολιτείες να συμφωνήσουν σε μια μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον του Ιράν, οδηγήθηκε γρήγορα στο εσωτερικό με ελάχιστες τυπικότητες και χωρίς να γίνει, φυσικά, αντιληπτός από τους δημοσιογράφους. Ηταν προετοιμασμένος για μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της μακράς καριέρας του. 

Αμερικανοί και ισραηλινοί αξιωματούχοι συγκεντρώθηκαν αρχικά στην αίθουσα του υπουργικού συμβουλίου, δίπλα στο Οβάλ Γραφείο. Σύντομα, όμως, ο Νετανιάχου οδηγήθηκε στο υπόγειο του Λευκού Οίκου για να φέρει σε πέρας μια εξαιρετικά απαιτητική αποστολή: να προβεί στην παρουσίαση μιας άκρως απόρρητης έκθεσης για το Ιράν, ενώπιον του προέδρου Τραμπ και της ομάδας του, στο Situation Room του Λευκού Οίκου, μια αίθουσα που σπάνια χρησιμοποιείται για προσωπικές συναντήσεις με ξένους ηγέτες. (...)

Η υπόσχεση της αλλαγής καθεστώτος 

Στο Situation Room ο Νετανιάχου έκανε μια επιθετική παρουσίαση, υποστηρίζοντας ότι οι συνθήκες στο Ιράν ήταν ώριμες για αλλαγή καθεστώτος, αλλά και πως μια κοινή στρατιωτική δράση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ θα μπορούσε, επιτέλους, να φέρει το τέλος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Κάποια στιγμή, μάλιστα, οι Ισραηλινοί πρόβαλαν ένα βίντεο με πιθανούς νέους ηγέτες, συμπεριλαμβανομένου του Ρεζά Παχλαβί, του εξόριστου γιου του τελευταίου σάχη του Ιράν. 

Ο ισραηλινός ηγέτης περιέγραψε ένα σενάριο μιας σχεδόν βέβαιης νίκης: το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν θα μπορούσε να καταστραφεί μέσα σε λίγες εβδομάδες, το καθεστώς θα αποδυναμωνόταν τόσο που δεν θα μπορούσε ούτε να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ ούτε να καταφέρει ισχυρά πλήγματα σε αμερικανικούς στόχους σε όμορες χώρες, ενώ οι διαδηλώσεις (υποκινούμενες από τη Μοσάντ) θα επέτρεπαν στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης να ανατρέψουν το καθεστώς...  

«Μου ακούγεται καλό», είπε ο Τραμπ στον ισραηλινό πρωθυπουργό. Για τον Νετανιάχου αυτό ήταν ένα σχεδόν πράσινο φως. Ο Τραμπ είχε εντυπωσιαστεί από όλα όσα υποστήριζαν πως θα μπορούσαν να κατάφερναν οι ένοπλες δυνάμεις και οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ, όπως ακριβώς είχε εντυπωσιαστεί και πριν από τον Πόλεμο των 12 Ημερών τον περασμένο Ιούνιο, παρατηρούν οι ΝΥΤ. 

Ερωτηθείς για πιθανούς κινδύνους, ο Νετανιάχου αναγνώρισε πως υπήρχαν, υπογράμμισε ωστόσο ότι κατά τη γνώμη του οι κίνδυνοι της αδράνειας ήταν μεγαλύτεροι από τους κινδύνους της δράσης. Αν καθυστερούσαν, το Ιράν θα επιτάχυνε την παραγωγή πυραύλων και θα θωράκιζε το πυρηνικό του πρόγραμμα. 

Η εκτίμηση της CIA: «Φαρσοκωμωδία» 

Η ενθουσιώδης παρουσίαση του Μπενιαμίν Νετανιάχου και η άμεση, υπέρ το δέον θετική ανταπόκριση του προέδρου Τραμπ, κινητοποιήσαν αμέσως τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ, αναλυτές της οποίας βάλθηκαν να αξιολογήσουν το δυνατόν ταχύτερα κατά πόσο ήταν εφικτά όλα όσα είχαν πει οι Ισραηλινοί στον Τραμπ. 

Τα συμπεράσματά τους παρουσιάστηκαν την επόμενη κιόλας ημέρα, 12 Φεβρουαρίου, σε μια κλειστή συνάντηση στο Situation Room, παρουσία μόνο αμερικανών αξιωματούχων. Πριν την άφιξη του Τραμπ, δύο κορυφαία στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών, με βαθιά γνώση των στρατιωτικών δυνατοτήτων των ΗΠΑ αλλά και του εσωτερικού συστήματος του Ιράν, ενημέρωσαν τον στενό κύκλο του προέδρου, έχοντας σπάσει το σχέδιο των Ισραηλινών σε τέσσερα διακριτά μέρη. 

Το πρώτο μέρος αφορούσε τον αποκεφαλισμό της ηγεσίας, δηλαδή την εξόντωση του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ενώ το δεύτερο την πλήρη παράλυση της ικανότητας του Ιράν να προβάλλει ισχύ και να απειλεί τους γείτονές του. Οι αμερικανοί αναλυτές είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αμφότεροι οι στόχοι ήταν απολύτως εφικτοί μέσω της συνδυασμένης αμερικανικής στρατιωτικής και κατασκοπευτικής ισχύος. Ομως τα σενάρια περί πρόκλησης λαϊκής εξέγερσης στο εσωτερικό του Ιράν και οριστικής αλλαγής καθεστώτος με την εγκαθίδρυση μιας κοσμικής ηγεσίας ήταν εντελώς εκτός πραγματικότητας. 

Οταν ο Τραμπ προσήλθε στο Situation Room, ο διευθυντής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, συνόψισε όλα όσα είχε ακούσει προηγουμένως, χαρακτηρίζοντας τα περί αλλαγής καθεστώτος «φαρσοκωμωδία». Ο Μάρκο Ρούμπιο ήταν πιο ωμός, παρατηρώντας πως «με άλλα λόγια, είναι μαλακίες». Στη συνέχεια ο Τραμπ θέλησε να μάθει τη γνώμη του πτεράρχου Κέιν: «Κύριε, βάσει της εμπειρίας μου, αυτή είναι η πάγια τακτική των Ισραηλινών. Υπόσχονται περισσότερα από όσα μπορούν να προσφέρουν και τα σχέδιά τους δεν είναι πάντα ολοκληρωμένα. Γνωρίζουν ότι μας έχουν ανάγκη και γι’ αυτό ασκούν τόσο έντονη πίεση», απάντησε ο αρχηγός του γενικού επιτελείου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων. 

Ο Τραμπ, ωστόσο, δεν πτοήθηκε. Η αλλαγή καθεστώτος θα ήταν «δικό τους πρόβλημα», είπε, χωρίς να προσδιορίσει ποιων, των Ισραηλινών ή των Ιρανών. Τον ενδιέφερε μόνο ο αποκεφαλισμός του καθεστώτος και η διάλυση του στρατού του Ιράν. (...)

Τραμπ το «Γεράκι» 

Παρά τη δυσπιστία πολλών εκ των συμβούλων του αμερικανού προέδρου προς τον Νετανιάχου, οι εκτιμήσεις και οι βλέψεις του ισραηλινού πρωθυπουργού ήταν σύμφωνες με τις απόψεις του Τραμπ, πολύ περισσότερο από όσο ήταν έτοιμοι να παραδεχτούν. Για τον Τραμπ το Ιράν δεν ήταν απλώς μια διπλωματική πρόκληση, αλλά ένας εξαιρετικά επικίνδυνος αντίπαλος, και ήταν έτοιμος να αναλάβει μεγάλα ρίσκα για να περιορίσει την ικανότητα του καθεστώτος να διεξάγει πόλεμο ή να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, σχολιάζουν οι ΝΥΤ. (...)

Από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ ήταν ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της επίθεσης. Ο Ρούμπιο ήταν μάλλον πιο αμφίθυμος, προτιμώντας τη «μέγιστη πίεση», ωστόσο δεν προσπάθησε να μεταπείσει τον πρόεδρο. Η Σούζι Γουάιλς, η προσωπάρχης του Τραμπ, ανησυχούσε για τις τιμές της βενζίνης και τις ενδιάμεσες εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου, αλλά τελικά συντάχθηκε με την απόφαση. 

Η εναντίωση του Βανς 

Από τα μέλη του στενού κύκλου του Τραμπ, ο αντιπρόεδρος Βανς ήταν ο πλέον ένθερμος πολέμιος μιας σύγκρουσης με το Ιράν – άλλωστε προσπάθησε περισσότερο από κάθε άλλον να την αποτρέψει. Ο Βανς έκτισε την πολιτική του καριέρα του παίρνοντας θέση ακριβώς αντίθετη προς τέτοιου είδους στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς. Θεωρούσε έναν πόλεμο με το Ιράν «τεράστια σπατάλη πόρων» και πίστευε πως μια επιχείρηση με στόχο την αλλαγή καθεστώτος θα μπορούσε να αποβεί καταστροφική. Στην ισραηλινή πρόταση για έναν ολοκληρωτικό πόλεμο αντιπρότεινε περιορισμένα πλήγματα τιμωρητικού χαρακτήρα. Οταν συνειδητοποίησε ότι ο Τραμπ ήταν έτοιμος να παρέμβει με κάποιο τρόπο, εισηγήθηκε τη χρήση συντριπτικής ισχύος, με την ελπίδα ότι το καθεστώς της Τεχεράνης θα αναγκαζόταν να συνθηκολογήσει. 

Τον προειδοποίησε επίσης ότι μια εκτεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει περιφερειακό χάος και αμέτρητα θύματα στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και να θεωρηθεί προδοσία από τους ψηφοφόρους που πίστεψαν στην υπόσχεση για «όχι άλλους νέους πολέμους». Επισήμανε, φυσικά, και τον κίνδυνο αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, και τις πιθανές συνέπειες που θα μπορούσε να είχε μια τέτοια εξέλιξη στο εσωτερικό των ΗΠΑ, εστιάζοντας καταρχάς στην αναπόφευκτη αύξηση των τιμών των καυσίμων. Μάταια όμως, αφού ο Τραμπ είχε ήδη πάρει την απόφασή του. (...)

Η αντίστροφη μέτρηση 

Στα τέλη Φεβρουαρίου, μια νέα πληροφορία επιτάχυνε τα πάντα: οι αγιατολάδες επρόκειτο να συναντηθούν με άλλους κορυφαίους αξιωματούχους του καθεστώτος σε τοποθεσία που θα μπορούσε να πληγεί αεροπορικώς. Προφανώς επρόκειτο για μια μοναδική ευκαιρία. Ομως, παρότι είχε ήδη πάρει την απόφασή του πολλές ημέρες πριν, ο Τραμπ αποφάσισε να δώσει μια τελευταία ευκαιρία στη διπλωματία, εκμεταλλευόμενος παράλληλα αυτό το διάστημα για να ενισχύσει περαιτέρω τις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή... Η τελική αναφορά των απεσταλμένων του Τραμπ ήταν αυτή που περίμενε να ακούσει: οι Ιρανοί «παίζουν παιχνίδια», όπως το έθεσε ο γαμπρός του. Παρότι μια συμφωνία δεν ήταν αδύνατη, θα απαιτούσε μήνες διαπραγματεύσεων, χρόνο που ο Τραμπ δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να παραχωρήσει. 

«Νομίζω πως πρέπει να το κάνουμε» 

Την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου, στις 5 το απόγευμα, ξεκίνησε η τελική σύσκεψη στο Situation Room. Οι θέσεις ήταν ήδη παγιωμένες και γνωστές σε όλους, καθώς όλα είχαν συζητηθεί σε προηγούμενες συναντήσεις. Γύρω από το τραπέζι, η στενή ομάδα του Τραμπ –από την οποία είχαν αποκλειστεί οι υπουργοί Οικονομικών και Ενέργειας– ετοιμαζόταν για την τελική ετυμηγορία. Ο Τραμπ είπε ότι ήθελε να ακούσει και να συζητήσει τις απόψεις όλων. 

«Γνωρίζετε ότι θεωρώ πως πρόκειται για μια κακή ιδέα, αλλά αν θέλετε να το κάνετε, θα σας στηρίξω», είπε ο αντιπρόεδρος Βανς. Η Σούζι Γουάιλς, η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου, τον προέτρεψε να κάνει ό,τι θεωρούσε πως έπρεπε να κάνει για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ο Ράτκλιφ, ο διευθυντής της CIA, εστίασε στις πληροφορίες για τη μάζωξη των αγιατολάδων στην Τεχεράνη, σημειώνοντας πως αν ως αλλαγή καθεστώτος «εννοούμε την εξόντωση του ανώτατου ηγέτη, πιθανότατα μπορούμε να το πετύχουμε». 

Ο Στίβεν Τσέουνγκ, υπεύθυνος επικοινωνίας του Λευκού Οίκου, αναφέρθηκε στο πιθανό πολιτικό κόστος, σημειώνοντας καταρχάς πως ο Τραμπ είχε εκλεγεί, υποσχόμενος όχι άλλους πολέμους στο εξωτερικό. Επιπλέον το υπό εξέταση σχέδιο ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με όλα όσα υποστήριζε επί μήνες η κυβέρνηση περί ολικής καταστροφής των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν τον περασμένο Ιούνιο. Δίχως να πάρει ξεκάθαρη θέση, τελικά σημείωσε πως η όποια απόφαση του προέδρου θα ήταν η σωστή. 

Ο Πιτ Χέγκσεθ, ο υπουργός Αμυνας ήταν πιο πραγματιστής, υποστηρίζοντας πως δεδομένου πως θα έπρεπε κάποια στιγμή να αντιμετωπίσουν τους Ιρανούς, καλύτερα να το έκαναν τώρα. Οσο για τον στρατηγό Κέιν, τον αρχηγό του γενικού επιτελείου, αφού εξέθεσε εκ νέου τους πιθανούς κινδύνους, διαβεβαίωσε πως οι ένοπλες δυνάμεις ήταν έτοιμες να εκτελέσουν την όποια διαταγή του. 

Οταν ήρθε η σειρά του Μάρκο Ρούμπιο, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ είπε πως «αν ο στόχος μας είναι η αλλαγή καθεστώτος ή μια εξέγερση, δεν πρέπει να το κάνουμε. Αλλά αν ο στόχος είναι να καταστρέψουμε το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν, αυτό είναι κάτι που μπορούμε να επιτύχουμε». 

Τελικά, «όλοι υποτάχθηκαν στο ένστικτο του προέδρου. Τον είχαν δει να παίρνει τολμηρές αποφάσεις, να παίρνει αδιανόητα ρίσκα και, με κάποιον τρόπο, να βγαίνει πάντα νικητής. Κανείς δεν θα στεκόταν εμπόδιο τώρα», σχολιάζουν οι New York Times. 

«Νομίζω ότι πρέπει να το κάνουμε», αποφάνθηκε ο Τραμπ, έπειτα από περίπου μιάμιση ώρα. Ο στρατηγός Κέιν τον ενημέρωσε ότι είχε λίγο χρόνο στη διάθεσή του, έως τις 4 μ.μ. της επόμενης μέρας. Επιβαίνοντας στο Air Force One, 22 λεπτά πριν από τη λήξη της προθεσμίας για το πράσινο φως, ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε την ακόλουθη εντολή: «Η επιχείρηση “Επική Οργή” εγκρίνεται. Καμία ματαίωση. Καλή τύχη».

Πηγή: Protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου