11 Ιουνίου 2015

Θέλει στα αλήθεια η Ελλάδα να έλθει σε συμφωνία με τους πιστωτές;

του Marc Champion
από το capital.gr

Μετά από τόσο καιρό, αξίζει να εξετάσει κανείς εάν η ελληνική κυβέρνηση θέλει στα αλήθεια να έλθει σε συμφωνία με τους πιστωτές της.

Αυτές οι διαπραγματεύσεις έχουν εξελιχθεί τόσο άσχημα, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και με τόσο μικρή πρόοδο που "τι παιχνίδια παίζουν οι Έλληνες;", έχει γίνει ένα συχνό ερώτημα. Σε ένα άρθρο του View χθες, ο Mark Buchanan δίνει την ενδιαφέρουσα απάντηση ότι η Ελλάδα και οι πιστωτές της μπορεί να κόλλησαν σε κάτι που ονομάζεται "το παιχνίδι του τελεσίγραφου", μια κατάσταση στην οποία δύο άνισες πλευρές δεν μπορούν να καταλήξουν σε μια λογική συμφωνία, διότι η πιο αδύναμη πλευρά είναι πολύ προσβεβλημένη από αυτά που της προσφέρονται.

Όπως δηλώνει ο Buchanan, υπήρξαν πολλές προσπάθειες για να εξηγηθούν οι ακανόνιστες ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, που συχνά ενθαρρύνονται από τον ειδικό στη θεωρία των παιγνίων Έλληνα υπουργό Οικονομικών, Γ. Βαρουφάκη. Ο φόβος μου είναι ότι αυτό δεν είναι ένα παιχνίδι και ότι η ελληνική θέση ίσως θα πρέπει να καθορίζεται από ορθολογικούς και όχι άστοχους πολιτικούς υπολογισμούς.

Βάλτε τον εαυτό σας στη θέση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα. Είναι επικεφαλής ενός κόμματος που ονομάζεται ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο έφερε μαζί περισσότερες από δέκα περιθωριακές ομάδες, που κυμαίνονται από νέο-μαρξιστές και τροτσκιστές, μέχρι φεμινίστριες και οικολόγους. Αυτό που έχουν κοινό είναι πως είναι όλοι, σε γενικές γραμμές, αντί-καπιταλιστές και αντί-καθεστωτικοί.

Κανένας από αυτούς δεν έχει υπάρξει καν κοντά σε μια εθνική κυβέρνηση ή μέχρι πριν από ένα χρόνο ή δύο, κανείς δεν το πίστευε. Η ευθυγράμμισή τους πίσω από οποιαδήποτε πολιτική που υποδηλώνει μια σοβαρή παραχώρηση στο κατεστημένο –το οποίο στην περίπτωση αυτή περιλαμβάνει τη Γερμανία, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, καθώς και τα mainstream κόμματα στην Ελλάδα- θα ήταν σαν να προσπαθείς να βοσκήσεις γάτες.

Ακόμη περισσότερο, η βάση στήριξης του ΣΥΡΙΖΑ περιλαμβάνει πολλούς από τους μακροχρόνια ανέργους της Ελλάδας, οι οποίοι δεν έχουν τίποτα να χάσουν από το εάν η Ελλάδα βγει από το ευρώ ή εάν επιβάλει capital controls, καθώς και ανθρώπους με κατεστημένα συμφέροντα στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα που έχουν να χάσουν τα πάντα.

Το πρόβλημα ενισχύεται από τον τρόπο με τον οποίο κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ την εξουσία, υποσχόμενος σε όλους τα πάντα. Ο Τσίπρας και το κόμμα του είχε ως προεκλογική εκστρατεία μια υπόσχεση να σταματήσει να συμβαδίζει με τους βασικούς όρους της μεγαλύτερης διάσωσης που έλαβε ποτέ ένα κυρίαρχο κράτος. Αντέδρασαν (σωστά) στους παράγοντες της λιτότητας που περιλαμβάνονται σε αυτό και (λανθασμένα) στις απαιτήσεις για οικονομική μεταρρύθμιση.

Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να εκλεγεί λέγοντας ότι αυτό θα απαιτούσε στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ, διότι οι περισσότεροι Έλληνες δεν θέλουν επιστροφή στη δραχμή –και σύμφωνα με μια δημοσκόπηση στις αρχές του μήνα, το 74% δεν την θέλουν ακόμη. Επομένως το κόμμα πρόσφερε μια πρόταση που θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν οι εταίροι της Ελλάδας στην ευρωζώνη και το ΔΝΤ συνθηκολογούσαν: τερματισμό των όρων της διάσωσης, αλλά κρατώντας τη διάσωση.

Αυτό έχει βάλει τον Τσίπρα και τους διαπραγματευτές του σε μια δυσάρεστη θέση. Για να αποδεχθεί κάτι που απλώς "σπρώχνει" το πρόγραμμα αλλά συνεχίζει την λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις, θα επιφέρει τεράστιο πολιτικό ρίσκο. Ο Τσίπρας προσφάτως έλαβε μια γεύση αυτού όταν επέστρεψε στην Αθήνα με μια νέα πρόταση από τους πιστωτές. Πολλοί από το κόμμα του επαναστάτησαν και άλλαξε την προφανώς ανοιχτόμυαλη στάση του μέσα σε λίγες ώρες.

Την ίδια στιγμή, εάν ο Τσίπρας απλώς αποχωρούσε από τις συνομιλίες, θα ακολουθούσαν χρεοκοπία και Grexit. Οι περισσότερο Έλληνες θα τον κατηγορούσαν ότι προκάλεσε μια πανωλεθρία για την οποία δεν τον ψήφισαν. Επομένως είναι καταδικασμένος εάν κάνει μια συμφωνία που θα δεχθούν οι πιστωτές, και καταδικασμένος εάν δεν την κάνει.

Ο έντιμος τρόπος για αυτό το δίλημμα θα ήταν να διεξάγει είτε δημοψήφισμα είτε νέες εκλογές για να απαντήσουν στο ξεκάθαρο ερώτημα του εάν οι Έλληνες προτιμούν να συμμορφωθούν με τους όρους διάσωσης ή να εγκαταλείψουν το ευρώ. Αλλά υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα.

Τι θα συμβεί εάν δεν είναι η ελληνική πλευρά αυτή που θα αποχωρήσει αλλά η ευρωζώνη και το ΔΝΤ; Σε αυτή την περίπτωση οι Έλληνες θα έριχναν πάνω τους το φταίξιμο για μια έξοδο από το ευρώ, και όχι στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι έχει κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί και ότι ακόμη θέλει μια συμφωνία. Ίσως αυτό είναι που είχε στο μυαλό του ο Wolfgang Schaeuble, όταν δήλωσε την Τρίτη "ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προσπαθήσει σε κάποιον βαθμό να παίξει ένα παιχνίδι ευθυνών εναντίον της Γερμανίας" και ότι "θα ήταν αρκετά ανόητο εάν συμμετείχαμε σε αυτό".

Η Ελλάδα σε αυτή την περίπτωση, θα ήταν σε τρομερή κατάσταση, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιβίωνε πολιτικά, για λίγο. Ελπίζω ότι δεν είναι αυτοί οι υπολογισμοί που κάνει η ελληνική κυβέρνηση ύστερα από τις πρόσφατες ενέργειές της, όπως η ξαφνική προσθήκη της ελάφρυνσης χρέους στη λίστα των απαιτήσεων για μια, στην τελική, απλή προκαταρκτική συμφωνία για την ολοκλήρωση της τρέχουσας διάσωσης. Η ελάφρυνση χρέους έναντι μεταρρυθμίσεων θα ήταν μια πρόταση που θα περίμενε κανείς για το νέο πρόγραμμα διάσωσης που θα ακολουθήσει.

Εάν ο Τσίπρας έχει εγκαταλείψει μια συμφωνία και τώρα απλώς προσπαθεί να κατασκευάσει ένα φινάλε που να διατηρεί την πολιτική του στήριξη, όχι μόνο η Ελλάδα θα υποφέρει περισσότερο από ό,τι έχει ήδη, αλλά υποπτεύομαι ότι η πολιτική του καριέρα θα είναι βραχύβια. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς δεν είναι εξοπλισμένος, είτε ιδεολογικά είτε με βάση τις ικανότητές του, για να ηγηθεί μιας ραγδαίας ανάκαμψης από μια χρεοκοπία. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που απαιτεί ένα τέτοιο κατόρθωμα, θα κάνουν τις απαιτήσεις του προγράμματος διάσωσης να μοιάζουν άτολμες. 

Πηγή: www.capital.gr 11.06.2015
Θέλει στα αλήθεια η Ελλάδα να έλθει σε συμφωνία με τους πιστωτές; 

Σημείωση: Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας.






yle="text-align: center;">

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου