11 Ιανουαρίου 2016

Το κόστος εξυγίανσης των τραπεζών στην Ελλάδα

Μια άποψη της Ελένης Λουρή*
από την Καθημερινή

Εδώ και μερικές μέρες (από την 1/1/2016 ) τέθηκε σε πλήρη ισχύ ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Εξυγίανσης τραπεζών, που στηρίζεται στην αρχή της εκ των ένδον εξυγίανσης. Αυτό σημαίνει ότι δημόσιο χρήμα δεν θα χρησιμοποιείται για την εξυγίανση τράπεζας,

αν οι πιστωτές της (συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, των ομολογιούχων και των καταθετών με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ) δεν συμμετέχουν καλύπτοντας τουλάχιστον 8% των υποχρεώσεών της. Η εκ των ένδον εξυγίανση είναι δίκαιη στο μέτρο που οι πιστωτές, οι οποίοι ξέρουν ότι επενδύουν αναλαμβάνοντας κίνδυνο, αναλαμβάνουν και μέρος του κόστους διάσωσης της τράπεζας. Ομως η επίγνωση του κινδύνου δεν είναι πάντα σαφής ειδικά για ομολογιούχους ή καταθέτες χωρίς βασικές γνώσεις και χωρίς προηγούμενη εμπειρία.

Η εξυγίανση μιας τράπεζας κρίνεται απαραίτητη ιδίως όταν αυτή, παρ’ όλη την ενημέρωση και τον χρόνο που της δίνεται από τις Αρχές που την εποπτεύουν, δεν κατορθώσει να συγκεντρώσει τα αναγκαία κεφάλαια ως προς το σταθμισμένο προς τον κίνδυνο ενεργητικό της. Αυτό οδηγεί σε ανάκληση της άδειάς της (αν δεν επιλεγεί ανακεφαλαιοποίηση με άλλους πόρους, όπως στην περίπτωση των τεσσάρων Ελληνικών συστημικών τραπεζών) και συνήθως στην εξυγίανση και απορρόφησή της από μια επαρκώς κεφαλαιοποιημένη τράπεζα.

Στην Ελλάδα έως το τέλος του 2015 η εξυγίανση των τραπεζών γινόταν κυρίως με χρήματα των φορολογούμενων, αυξάνοντας το δημόσιο χρέος. Η πρώτη εξυγίανση τράπεζας, μετά την έναρξη της κρίσης, ήταν αυτή της Proton Bank στις 9/11/11 και η δεύτερη της Aspis Bank στις 17/12/11. Και οι δύο στηρίχθηκαν στους πόρους του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, που ευτυχώς ήταν επαρκώς κεφαλαιοποιημένο από τις πολυετείς εισφορές των τραπεζών. Ο χρηματοοικονομικός φάκελος των 50 δισ. για την αποκλειστική στήριξη του τραπεζικού συστήματος συμφωνήθηκε με το δεύτερο πρόγραμμα, ύστερα από ενδελεχή εξέταση των επερχομένων προβλημάτων του τραπεζικού κλάδου. Οι επόμενες εξυγιάνσεις ήταν των τριών συνεταιριστικών τραπεζών (Αχαϊκή, Λαμίας, Λέσβου) στις 23/3/12. Αυτές όπως και η ακριβότερη όλων (της ΑΤΕ στις 27/7/12, που ξεπέρασε τα 8 δισ.) χρηματοδοτήθηκαν από τον φάκελο των 50 δισ. Το 2013 ακολούθησε η εξυγίανση του ΤΤ (η δεύτερη ακριβότερη με 4,2 δισ.), των κυπριακών τραπεζών, της FBB και της Probank, καθώς και άλλων τριών συνεταιριστικών (Δυτικής Μακεδονίας, Εύβοιας, Δωδεκανήσου). Η τελευταία εξυγίανση που έγινε με το παλιό σύστημα ήταν αυτή της συνεταιριστικής τράπεζας Πελοποννήσου στις 18/12/2015. Το συνολικό κόστος εξυγίανσης όλων αυτών των τραπεζών ξεπέρασε τα 18 δισ. ευρώ και το μεγαλύτερο μέρος του προστέθηκε στο δημόσιο χρέος. Το όφελος ήταν ότι έτσι διασώθηκαν όλες οι καταθέσεις, και το κυριότερο διασώθηκαν η εμπιστοσύνη και η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος μέσα στη χειρότερη κρίση που έχει ζήσει η χώρα μετά τον πόλεμο. Αυτό δεν ήταν καθόλου αυτονόητο, όπως έδειξε και η ανάγκη επιβολής κεφαλαιακών περιορισμών τον Ιούλιο.

Τώρα με το νέο σύστημα της εκ των ένδον εξυγίανσης το κόστος αναμένεται να είναι ως και μηδενικό για τον φορολογούμενο. Οι πιστωτές των τραπεζών θα πρέπει να είναι πλέον ενήμεροι, και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Εξυγίανσης έτοιμος να εφαρμόσει τους νέους κανόνες. Οι συνθήκες φαίνονται να είναι ώριμες για μια τέτοια εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά το μέγεθος των αρνητικών επιπτώσεων της εκ των ένδον εξυγίανσης στη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος παραμένει άγνωστο. Η πληροφόρηση και η έγκαιρη ενημέρωση του κοινού αποτελούν ίσως το καλύτερο αντίβαρο.

* Η κ. Ελένη Λουρή είναι καθηγήτρια Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. 


Πηγή: www.kathimerini.gr 10.01.2016 






yle="text-align: center;">

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου