6 Φεβρουαρίου 2017

Πρέπει να μείνει ή να φύγει το ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα;

Καθοριστικής σημασίας για το ελληνικό πρόγραμμα αναμένεται να είναι η σημερινή συνεδρίαση του Εκτελεστικού Συμβουλίου του ΔΝΤ. Θα συζητήσει και την επικαιροποιημένη ανάλυση για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η εν λόγω έκθεση, που συντάχθηκε από την ομάδα της Ντέλιας Βελκουλέσκου και φέρει την έγκριση του Πολ Τόμσεν, διαπιστώνει ότι το ελληνικό χρέος, παρά τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που αποφασίσθηκαν τον Δεκέμβρη, παραμένει εξαιρετικά μη βιώσιμο, σημειώνει δε ότι θα παραμείνει μη βιώσιμο ακόμη και αν η Ελλάδα εφαρμόσει όλα όσα έχει συμφωνήσει στο πλαίσιο του προγράμματος του ESM. Πάντως, αν και δεν αναμένονται οριστικές αποφάσεις στη σημερινή συνεδρίαση του ΔΝΤ, θα φανεί από αυτή ποιος θα είναι ο ρόλος του Ταμείου στο εγγύς μέλλον.

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι το ελληνικό πρόγραμμα δεν οδηγεί σε πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ. Συνεπώς για να αποδεχθεί ως αξιόπιστη την πρόβλεψη του υφιστάμενου προγράμματος θα πρέπει να ληφθούν πρόσθετα μέτρα. Ή σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να μειωθεί το πλεόνασμα στο 1,5% του ΑΕΠ, κάτι που όμως απαιτεί ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους.

Οι Γερμανοί απορρίπτουν τη μείωση των πλεονασμάτων, οπότε για να υπάρξει συμμετοχή του Ταμείου στο υφιστάμενο πρόγραμμα δεν απομένουν παρά τα προληπτικά μέτρα. Εξάλλου Γερμανοί και Ολλανδοί έχουν δηλώσει δημόσια ότι αποχώρηση του ΔΝΤ σημαίνει νέα διαπραγμάτευση για νέο μνημόνιο, που θα πρέπει να επικυρωθεί από εθνικά κοινοβούλια, κάτι που κανένας δεν θέλει.

Είναι όμως αναγκαία η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα; Η ελληνική κοινή γνώμη, λόγω της εμμονής του ΔΝΤ στην εφαρμογή επώδυνων μεταρρυθμίσεων, το απεχθάνεται, ενώ το θεωρεί και υπεύθυνο (κατά μεγάλο μέρος) για τη διάλυση της ελληνικής οικονομίας. Από την άλλη, είναι γενικά αποδεκτό ότι στην αντιμετώπιση των οικονομικών κρίσεων το ΔΝΤ διαθέτει μοναδική τεχνογνωσία.

Πρέπει λοιπόν να μείνει ή να φύγει το ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα; Πλήθος οι απόψεις, καθε μια με τα δικά της επιχειρήματα. Θα σταθούμε εδώ μόνο σε δυο από αυτές, που δημοσιεύει σημερα η Καθημερινή, παραθέτοντας κάποια αποσπάσματα. Η μια έχει τον τίτλο «Γιατί πρέπει να μείνει...» και η άλλη τον αντίθετο τίτλο «Γιατί πρέπει να φύγει...»:

Γιατί πρέπει να μείνει...
Ντεσμοντ Λάκμαν*

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο ρόλος του ΔΝΤ στην ελληνική οικονομία την τελευταία επταετία είχε πολύ μεγάλο κόστος, τόσο για την Ελλάδα όσο και για το ίδιο το Ταμείο. Η επιμονή του στην επιβολή υπερβολικής δημοσιονομικής λιτότητας εντός του ζουρλομανδύα του ευρώ συνέβαλε στη βύθιση της ελληνικής οικονομίας σε ύφεση πιο σφοδρή από αυτή που βίωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1930. Το ΔΝΤ συνεπώς φέρει μερίδιο της ευθύνης για τον κατακερματισμό της ελληνικής πολιτικής σκηνής και την άνοδο του λαϊκισμού στη χώρα.

Πρέπει όμως να πιστωθεί στο Ταμείο ότι, σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μοιάζει να έχει μάθει από τα λάθη του. Αναγνωρίζει πλέον την καταστροφική επίδραση της υπερβολικής λιτότητας σε μια χώρα που δεν ελέγχει το νόμισμά της. Αναγνωρίζει επίσης πόσο αντιπαραγωγική είναι η καθυστέρηση της αναδιάρθρωσης σε μια χώρα της οποίας το χρέος είναι ξεκάθαρα σε μη βιώσιμη τροχιά.

Η καθυστερημένη αναγνώριση των λαθών αυτών έχει οδηγήσει το Νομισματικό Ταμείο σε πολύ πιο λογική θέση από αυτή των πρώην εταίρων του στην τρόικα. Το Ταμείο πλέον σωστά ισχυρίζεται ότι ο στόχος για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ είναι μη διατηρήσιμος μακροπρόθεσμα και απαιτεί υπερβολική δημοσιονομική προσαρμογή βραχυπρόθεσμα. Επιπλέον, επιχειρηματολογεί βάσιμα ότι χωρίς ουσιώδη αναδιάρθρωση, η Ελλάδα οδεύει προς έναν δείκτη χρέους προς ΑΕΠ που θα ξεπεράσει σε βάθος χρόνου το 300%.

Το ΔΝΤ μοιάζει επίσης να έχει δίκιο όταν λέει ότι οι ρηξικέλευθες μεταρρυθμίσεις της φορολογίας εισοδήματος και του συνταξιοδοτικού συστήματος αποτελούν αναγκαία συνθήκη για να επανέλθει η χώρα σε πορεία διατηρήσιμης ανάπτυξης.

Η αποχώρηση του ΔΝΤ από το πρόγραμμα και η απόρριψη των σημερινών του προτάσεων, παρ’ όλα αυτά, θα ήταν σοβαρό σφάλμα. Θα έδειχνε ότι η Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι δεν διδάχθηκαν τίποτα από τις ζοφερές πρόσφατες επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας. Ακόμα σημαντικότερο, η απόφαση αυτή θα καταδίκαζε την Ελλάδα σε πολλά ακόμα χρόνια οικονομικής δυστυχίας, χωρίς προοπτικές πραγματικής ανάκαμψης.

*Ο κ. Ντ. Λάκμαν είναι εταίρος του American Enterprise Institute, πρώην αναπληρωτής διευθυντής του Τμήματος Πολιτικής και Αξιολόγησης του ΔΝΤ και senior strategist αναδυόμενων αγορών στη Salomon Smith Barney.

Γιατί πρέπει να φύγει...
Νίκος Χριστοδουλάκης*

Πολλοί πίστευαν επίσης ότι το ΔΝΤ διέθετε μια μοναδική τεχνογνωσία για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά διαψεύστηκαν ταχέως και με πάταγο. Η πρόγνωση του ΔΝΤ ότι η ελληνική οικονομία σε ένα χρόνο θα είχε βγει από την ύφεση έγινε πλέον διεθνές αφήγημα επιστημονικής αστοχίας. 

Η μεγάλη καινοτομία του ΔΝΤ ήταν η «εσωτερική υποτίμηση» για τη μείωση μισθών, που θα αναπτέρωνε την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές. Και όντως οι εργατικοί μισθοί κόπηκαν γρήγορα κατά 18% σε σύγκριση με το 2011, όμως ακόμα και το 2016 η αξία των εξαγωγών, σύμφωνα με τα στοιχεία Ε.Ε., παραμένει στάσιμη στα τότε επίπεδα των 53 δισ. ευρώ.

Η ίδρυση του Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) που εξελίσσεται σε Νομισματικό Ταμείο της Ευρωζώνης, καθιστούν την οποιαδήποτε χρησιμότητα του ΔΝΤ ξεπερασμένη. Ο ESM έχει πλέον μεγάλη χρηματοδοτική επάρκεια και τα δάνειά του έχουν χαμηλά επιτόκια, γύρω στο 1,5%, έναντι τριπλάσιου κόστους που έχουν του ΔΝΤ.

Η κύρια αποστολή του ΔΝΤ ιστορικά είναι να διαχειρίζεται συναλλαγματικές κρίσεις και αλλαγές νομίσματος, γι’ αυτό άλλωστε είχε γίνει ο προνομιακός συνομιλητής όσων συνωμοτικά ετοίμαζαν το Plan B της δραχμής το 2015. Σήμερα οι ακραίοι της Ευρωζώνης απαιτούν πάλι τη συμμετοχή του ΔΝΤ γιατί ανεμίζουν ξανά το σενάριο Grexit. Για τον λόγο αυτό, όμως, επιβάλλεται πλέον και πολιτικά η απομάκρυνσή του από το ελληνικό πρόγραμμα, ώστε η εποπτεία να γίνεται αμιγώς εντός ευρωπαϊκών θεσμών και χωρίς άλλα ανεύθυνα και επικίνδυνα σενάρια περί δραχμής, έξωθεν ή έσωθεν προερχόμενα.

*Ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης είναι καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. 

Πηγή: Με στοιχεία από kathimerini.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου